Archiv der Kategorie 'αναδημοσιεύσεις'

Μια συνέντευξη της Mirha-Soleil Ross για τις εργαζόμενες στο χώρο του σεξ και τα μη ανθρώπινα ζώα

Μια ενδιαφέρον προσέγγιση – συνέντευξη , δημοσιευμένο στο ιστολόγιο του φίλου antispe-gr.blogspot.com , ρίξτε μια ματιά και στο πρωτότυπο μιας και έχει και κάποια ενδιαφέρον λινκς και με άλλα κείμενα.

Vaughan: Οι εργαζόμενοι στο χώρο του σεξ αυτή τη δεκαετία οργανώνονται όλο και περισσότερο απαιτώντας μεταρρυθμίσεις στους νόμους που τιμωρούν το συναινετικό εμπορικό σεξ. Είσαι απογοητευμένη με τη υποκρισία των φεμινιστικών ομάδων που αποφεύγουν το ζήτημα ενώ συνεχίζουν να ασχολούνται με τα δικαιώματα των γυναικών;

Ross: Οι φεμινίστριες της Δύσης αντιμετωπίζουν άνετα την πορνεία ως το ύστατο σύμβολο αρσενικής βίας και της γυναικείας οικονομικής και σεξουαλικής υποταγής. Αλλά τις τελευταίες τρεις δεκαετίες, είχαμε στη Δύση (και για ακόμα περισσότερο από αυτό στις χώρες του αποκαλούμενου «τρίτου κόσμου») ομάδες και δίκτυα εκδιδομένων γυναικών που έχουν αρθρώσει με σαφήνεια ποιες είναι οι πολιτικές μας ανάγκες και τι πρέπει να επιτευχθεί νόμιμα και πολιτιστικά με σκοπό να εργαζόμαστε και να ζούμε πιο ακίνδυνα και με περισσότερη αξιοπρέπεια. Διεθνώς σε αυτό το σημείο, έχουμε συναινέσει σε βασικούς στόχους όπως η ανάγκη να αναγνωριστεί η πορνεία ως νόμιμη εργασία και να αποποινικοποιηθεί. Δεν πιστεύουμε ότι η πορνεία είναι εγγενώς εκμεταλλευτική, υποβαθμιστική ή επίπονη. Αντ’ αυτού σκεφτόμαστε ότι οι διάφοροι νόμοι ενάντια στην πορνεία και η κακοήθης πολιτιστική στάση απέναντι στην πορνεία και τις πόρνες, δημιουργούν ένα πλαίσιο μέσα στο οποίο τα πιο θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματά μας μπορούν να παραβιαστούν, ένα κλίμα μέσα στο οποίο μερικοί σκέφτονται ότι είναι εντάξει για να μας παρενοχλούν, να μας βιάζουν και να μας σκοτώνουν. Η ανάλυση και οι θέσεις μας ως εργαζόμενες εκδιδόμενες έχουν διαμορφωθεί από χρόνια και χρόνια καθημερινής εμπειρίας άσκησης πορνείας. Δεν είναι τα αποτελέσματα αφηρημένων θεωρητικολογιών που διευθύνονται από φεμινιστές κοινωνικούς επιστήμονες που δεν έχουν επαφή με την πορνεία και που έχουν περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής τους θαμμένοι βαθιά κάτω μέσα στα βιβλία της βιβλιοθήκης τους. Δυστυχώς η κοινότητα δικαιωμάτων των ζώων είναι ένα κίνημα κοινωνικής δικαιοσύνης μέσα στο οποίο οι φωνές των εκδιδομένων γυναικών είναι οδυνηρά απούσες, και αυτό εξαιτίας των πολύ δυσφημιστικών και επίπονων τοποθετήσεων και της προπαγάνδας. Συγγραφείς όπως η Carol Adams, ο Gary Francione και ο Jim Mason όλοι αναμασούν παραπληροφορημένες ασυναρτησίες του ριζοσπαστικού φεμινισμού της δεκαετίας του ’70 γύρω από την πορνεία και την πορνογραφία. Κάνουν προσβλητικές και ανουσιώδεις συγκρίσεις μεταξύ ενήλικων γυναικών που εργάζονται στο χώρο του σεξ με τη συγκατάθεσή τους και στα ζώα που δολοφονούνται από τη βιομηχανία κρέατος χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Και το κάνουν αυτό χωρίς να μας ρωτήσουν ποτέ. Εάν ο καθένας πρόκειται να αρχίσει να γράφει άρθρα και θεωρίες που συνδέουν το κρέας με την πορνογραφία και την πορνεία και τη λεγόμενη αντικειμενοποίηση των σωμάτων των γυναικών, τότε επιμένω πως εμείς – ως γυναίκες και ως πόρνες και ως εργαζόμενες στο χώρο του σεξ – πρέπει να είμαστε οι πρώτοι που θα ερωτηθούν σχετικά με αυτά τα θέματα!

Vaughan: Στο one woman show σου Yapping Out Loud: Contagious Thought from an Unrepentant Whore, έκανες μια σύνδεση μεταξύ των κογιότ και των πορνών. Πες μας για αυτό σε παρακαλώ.

Ross: Το 1999, πήρα μια χρηματοδότηση για να γράψω και να παραγάγω την πρώτη ολόκληρη παράστασή μου, μια σειρά βασισμένων-στο-χαρακτήρα και αυτοβιογραφικών μονολόγων που εξετάζει τις διαλέξεις και τις εκστρατείες εναντίον της πορνείας. Ήθελα να απαριθμήσω τον τρόπο που οι διάφορες ομάδες όπως οι φεμινίστριες, οι κοινωνικοί λειτουργοί και οι πράκτορες επιβολής του νόμου δουλεύουν όλοι μαζί για να δημιουργήσουν μαζί μια κοινωνία μέσα στην οποία και η δουλειά μας και οι ζωές μας ως πόρνες υποτιμώνται με συχνά τραγικές συνέπειες. Ήθελα επίσης να επιδείξω πώς η βία που διαπράττεται εναντίον μας καταλήγει να χρησιμοποιείται από όλους αυτούς για να τροφοδοτήσουν την εναντίον-της-πορνείας ιδεολογία τους και να προαγάγουν την ατζέντα τους με απολύτως κανέναν σεβασμό για το τι – ως εργαζόμενες πόρνες – λέμε πως χρειαζόμαστε προκειμένου να βελτιωθεί η εργασία και οι συνθήκες διαβίωσής μας. Έτσι όταν άρχισα να σκέφτομαι σχετικά με αυτό που ήθελα να κάνω, κινήθηκε το ενδιαφέρον μου από μια από τις πιο παλιές οργανώσεις για τα δικαιώματα των πορνών στις Ηνωμένες Πολιτείες. Αυτή η οργάνωση λέγεται COYOTE (Call Off Your Old Tired Ethics) και διάβασα ότι το ακρώνυμο της ΚΟΓΙΟΤ επιλέχτηκε αρχικά από την ιδρύτρια Margot Saint-James επειδή το ζώο στεκόταν σαν μια τέλεια μεταφορά για τον τρόπο που οι πόρνες αντιμετωπίζονταν και μεταχείζονταν – και αυτό ισχύει ακόμα – στον πολιτισμό μας: σαν απειλητικοί εισβολείς, φορείς ασθενειών, και ως παράσιτα που πρέπει να εξαλειφθούν. Έτσι από τη μια πλευρά ραδιουργήθηκα από αυτή τη σύγκριση, αλλά από την άλλη δεν μου άρεσε καθόλου το να χρησιμοποιείται ένα ολόκληρο έθνος ζώων για άλλη μια φορά ως μεταφορά τόσο εύκολα – δηλαδή, χωρίς την οποιαδήποτε κατάλληλη αντιπροσώπευση ή ανταπόδοση. Και αποφάσισα ότι ως πόρνη και ως ακτιβίστρια των δικαιωμάτων των ζώων, ήταν καθήκον μου να προσπαθήσω να ανταποδώσω λίγο στα κογιότ και να παρουσιάσω στους ανθρώπους τη βάρβαρη πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν εκατοντάδες χιλιάδες από αυτά κάθε χρόνο στη Βόρεια Αμερική – δηλητηριάζονται, πυροβολούνται και παγιδεύονται ως μέρος των διάφορων διαγωνισμών κυνηγιού και προγραμμάτων «ελέγχου». Έμμεσα, θέλησα επίσης να κάνω μερικές δύσκολες ερωτήσεις σχετικά με τη χρήση των ζώων από εμάς ως «μεταφορές» για τα ανθρώπινα δεινά. Πόσο πρέπον είναι να συγκρίνουμε τα δικά μας ανθρώπινα βάσανα με αυτά των ζώων όταν τις περισσότερες φορές, ποσοτικά και ποιοτικά, υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά μεταξύ των δύο; Παρουσίασα το σόου εδώ στο Τορόντο το 2001 και θα το εκτελέσω ξανά το Σεπτέμβριο του 2003 στη Νέα Υόρκη ως μέρος του WOW Café’s first National Transgender Theatre Festival.

Lubiw: Αναρωτιέμαι εάν μπορούμε να διευρύνουμε αυτό για το οποίο μιλάμε, όχι μόνο να εστιάζουμε στο σόου αλλά να συζητήσουμε λίγο για την κοινότητα των δικαιωμάτων των ζώων και ειδικά τη φεμινιστική κοινότητα των δικαιωμάτων των ζώων και την πραγματεία τους γύρω από την πορνεία και την πορνογραφία. Ξέρω ότι έχεις πολλές ανησυχίες και πολλά ζητήματα με μερικές από τις θεωρίες που είναι εκεί έξω. Πολλή από τη θεωρία που είναι εκεί έξω με τους όρους της κοινότητας των δικαιωμάτων των ζώων είναι πολύ έντονα εναντίον της πορνογραφίας και της πορνείας. Οι θεωρίες αυτές βασίζονται στις ιδέες των γυναικών ως προϊόντα και των ζώων ως προϊόντα, των ζώων που καταναλώνονται κυριολεκτικά ως κρέας και γυναίκες που καταναλώνονται μεταφορικά ως ερωτικά αντικείμενα. Πες μου λίγα λόγια για το πώς αισθάνεστε για αυτές τις θεωρίες και τι βλέπεις καθώς κάποια από τα προβλήματα με αυτές τις θεωρίες, προέρχονται ειδικά από την προοπτική σου ως κάποια από το χώρο της πορνείας.

Ross: Αρχίζοντας, πρέπει να πω ότι το μεγαλύτερο πρόβλημα πολιτικά αυτή τη στιγμή από την άποψη της φεμινιστικής αντιπροσώπευσης στο κίνημα των δικαιωμάτων των ζώων είναι το ότι υπάρχει μόνο μια ουσιαστικά ομάδα φεμινιστριών που αντιπροσωπεύεται στο κίνημα. Και προέρχονται από ένα κλαδί του φεμινισμού που αποκαλούμε «ριζοσπαστικό φεμινισμό». Παραδοσιακά, αυτό το είδος φεμινισμού θεωρητικά και πολιτικά είναι ενάντια στην πορνεία όπως και ενάντια στην πορνογραφία όπως επίσης και ενάντια στις τρανσέξουαλ. Υπάρχουν ένα σωρό μαλακίες που έρχονται μαζί με αυτό το είδος φεμινισμού. Και φυσικά υπάρχουν πολλοί περισσότεροι φεμινισμοί από το ριζοσπαστικό φεμινισμό στο φεμινιστικό κόσμο αλλά στο κίνημα των δικαιωμάτων των ζώων, ο μόνος φεμινισμός που φαίνεται να είναι ορατός και να έχει φωνή στη συζήτηση ζητημάτων σεξουαλικής αντιπροσώπευσης και εργασίας στο χώρο του σεξ είναι ο ριζοσπαστικός φεμινισμός. Υπάρχουν πολλές, πολλές περισσότερες φεμινίστριες στο κίνημα των δικαιωμάτων των ζώων εκτός από αυτές που υπαγορεύουν την ανάλυση και τις καμπάνιες των Feminists for Animal Rights. Αλλά απλά κάνουν δουλεία που είναι προσανατολισμένη στα δικαιώματα των ζώων ή είναι σιωπηλές και δεν προκαλούν τις Feminists for Animal Rights και συγγραφείς όπως η Carol Adams στις προκαταλήψεις τους ενάντια στο σεξ, την πορνογραφία, την πορνεία, και τις τρανσέξουαλ. Ξέρω άπειρες φεμινίστριες που είναι αναμεμειγμένες στο κίνημα των δικαιωμάτων των ζώων και δεν υποστηρίζουν αυτές τις απόψεις αλλά δεν αρχίζουν οι ίδιες ένα νέο φεμινιστικό κύμα θεωρίας και πολιτικής φεμινιστικής προσέγγισης των δικαιωμάτων των ζώων. Έτσι αυτό είναι ένα από τα μεγαλύτερα πολιτικά προβλήματα αυτή τη στιγμή. Κατόπιν υπάρχουν ένα σωρό προβλήματα με το είδος του φεμινισμού που προωθείται από την Carol Adams, την Marti Kheel, την Batya Bauman και τους ακολούθους τους που κυριαρχούν αυτή την περίοδο την πραγματεία στο φεμινισμό και τα δικαιώματα των ζώων. Πιστεύω ότι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που προέρχονται από αυτές είναι ότι συγκρίνουν τη μεταχείριση των γυναικών με τη μεταχείριση των ζώων όπως και μια από τις κύριες θέσεις τους, αυτή όπου προσπάθησαν να καταδείξουν ότι η σύγκριση είναι μέσω των γυναικών στην πορνογραφία και των γυναικών στην πορνεία και των γυναικών που εργάζονται στο χώρο του σεξ. Έτσι η πρώτη αντίδρασή μου, αυτό που έχω πρώτα να πω είναι ότι πρέπει να αναμείξετε τις φωνές των γυναικών που εργάζονται στην πορνογραφία και την πορνεία. Μιλάω για τις γυναίκες που εργάζονται αυτή την περίοδο στο χώρο του σεξ. Τις δύο τελευταίες δεκαετίες είχαμε τις γυναίκες που εργάζονται στο χώρο του σεξ – οι περισσότερες των οποίων επίσης προσδιορίστηκαν ως φεμινίστριες – να αρθρώνουν ακριβώς ποιες είναι οι πολιτικές μας ανάγκες. Και έχουμε μια ανάλυση της πορνείας που φυσικά είναι πολύ διαφορετική από αυτές των φεμινιστικών ομάδων όπως οι Feminists for Animal Rights και αυτό είναι πολύ απειλητικό για αυτούς να συλλογιστούν λαμβάνοντας υπόψιν τις φωνές μας σε αυτές τις συζητήσεις και ομιλίες επειδή δεν συμφωνούμε. Μιλάμε σε πρώτο πρόσωπο για την πραγματική εμπειρία μας στο χώρο του σεξ και για τις πραγματικές καθημερινές εργασιακές μας ανάγκες. Έτσι ενώ θεωρητικολογούν για τη λεγόμενη χρήση και αντικειμενικοποίηση και εμπορευματοποίηση των σωμάτων μας, εμείς ΕΙΜΑΣΤΕ αυτά τα σώματα. Και έχουμε μια πολύ διαφορετική αντίληψη από τη δική τους για το τι συμβαίνει στη βιομηχανία του σεξ. Έτσι έχουμε ομάδες όπως οι Feminists for Animal Rights και τα μέλη τους να βγαίνουν και να κάνουν ομιλίες εξ ονόματός μας, να δίνουν διαλέξεις, να κάνουν παρουσιάσεις και να τρέχουν καμπάνιες που μας βλάπτουν αποκλείοντάς μας από τις συζητήσεις τους. Και πάντα προσβαλλόμουν από το γεγονός ότι γυναίκες που είναι πόρνες ή απασχολούνται στην πορνογραφία μπορούν να συγκριθούν με τα ζώα σε βιομηχανικές φάρμες και σφαγεία. Ειλικρινά μιλάμε για δύο διαφορετικά πράγματα. Ναι υπάρχει αυτή η εικόνα που εμφανίστηκε σε ένα περιοδικό μια ή δυο δεκαετίες παλιότερα με το σώμα μιας γυναίκας να περνάει μέσα από μια μηχανή κοπής κιμά αλλά αυτό ήταν μια εικόνα, σιγά το πράμα! Υπάρχουν αληθινά ζώα που περνούν μέσα από αυτό το μύλο! Τι υπομένουν τα ζώα στις βιομηχανικές φάρμες, κατά τη διάρκεια της μεταφοράς στο σφαγείο και κατά τη διάρκεια της διαδικασίας σφαγής είναι εντελώς ασύγκριτα με την εμπειρία μας ως γυναίκες που δίνουν την συγκατάθεσή τους να πληρωθούν – και αρκετά καλά μάλιστα, ευχαριστώ – για την παροχή σεξουαλικών υπηρεσιών. Οι γυναίκες που εργάζονται στη βιομηχανία του σεξ δεν σκέφτονται τους εαυτούς τους ως κομμάτια κρέατος και ειλικρινά εάν κάποια το κάνει, χρειάζεται μια σοβαρή αντιμετώπιση της πραγματικότητας. Θα πρέπει να συρθεί σε ένα υπόστεγο όπου οι εκατοντάδες χιλιάδες κότες στριμώχνονται και σαπίζουν στις συστοιχίες κλουβιών. Θα πρέπει να μυρίσει και να ακούσει και να αισθανθεί το αίμα και το φόβο και την αγωνία που συνεχίζεται 24 ώρες την ημέρα, 7 ημέρες την εβδομάδα, 12 μήνες το χρόνο για δισεκατομμύρια ζώα σε χιλιάδες σφαγεία σε αυτή την ήπειρο. Έτσι πάντα έβρισκα ότι η σύγκριση ήταν προσβλητική και πραγματικά ελαχιστοποιούσε το τι περνάνε αυτά τα ζώα. Και τόσο μεγάλο μέρος της θεωρητικολογίας τους περιστράφηκε γύρω από αυτή τη σύγκριση που δεν πρέπει να αποτελεί έκπληξη σε κανέναν το ότι κρατιόμαστε έξω από τη συζήτηση επειδή εάν συμμετάσχουμε σε αυτή, ένα τεράστιο κομμάτι της φεμινιστικής θεωρητικολογίας των δικαιωμάτων των ζώων που αναπτύχθηκε κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαπέντε ετών θα καταρρεύσει και θα πρέπει να αναγνωριστεί ως συμβαλλόμενο στο να καταστήσει αδύνατο για εργαζομένους στο χώρο του σεξ να κερδίσουν τα βασικά ανθρώπινα δικαιώματα.

Lubiw: Μιλάμε για τα προβλήματα που έχει φέρει ο φεμινισμός στο κίνημα των δικαιωμάτων των ζώων και τις ανησυχίες σας με τις Feminists for Animal Rights. Από την άποψη του σόου Yapping Out Loud, ξέρω ότι υπάρχουν πολλοί διάλογοι που έβαλες εκεί οι οποίοι είναι επικριτικοί στο φεμινιστικό κίνημα. Τι πιστεύεις ότι μπορεί να φέρει ο φεμινισμός στο κίνημα των δικαιωμάτων των ζώων και πώς βλέπεις εσύ την καταπίεση των ζώων να συνδέεται με την καταπίεση των γυναικών;

Ross: Δεν είμαι σίγουρη. Δεν είμαι κάποια που προσπαθεί πραγματικά να αναγκάσει συνδέσεις. Είμαι κάποια που λέει: «Αυτό είναι το τι περνάω εγώ. Τι περνάς εσύ; Ας δούμε πως μπορούμε να βοηθήσουμε ο ένας τον άλλο. Και εντάξει ναι, εάν υπάρχουν κάποιες συνδέσεις που συνειδητοποιούμε πως συνεχίζονται κατά μήκος του δρόμου, τότε να τις αναγνωρίσουμε.» Ένα από τα πράγματα που κάνω με το σόου μου είναι να τονίζω ότι ναι με κάποιο τρόπο οι πόρνες μεταχειρίζονται όπως τα ζώα, όπως τα κογιότ. Αλλά αυτή η μεταχείριση δεν είναι έμφυτη στην πορνεία και δεν προέρχεται από τους πελάτες των πορνών. Προέρχεται από ομάδες κατοίκων, από τους μπάτσους, από τους κοινωνικούς λειτουργούς και προέρχεται και από τις φεμινίστριες. Βρίσκω πως οι φεμινίστριες είναι αυτές που μας αντικειμενοποιούν. Αντιπροσωπεύω τη μεταχείριση των πορνών στα χέρια των φεμινιστριών στο σόου μου με τη χρησιμοποίηση τριών φουσκωτών κούκλων. Όταν ένας άντρας γαμάει μια φουσκωτή κούκλα, ξέρει ότι δεν γαμάει μια πραγματική γυναίκα. Όταν αυτές οι φεμινίστριες μιλούν για εμάς, πραγματικά μας βλέπουν και μας αντιλαμβάνονται ως αυτές τις φουσκωτές κούκλες. Διαπιστώνω ότι αυτές, οι φεμινίστριες, είναι αυτές που μας αντικειμενοποιούν. Εάν δεν ήμουν η Mirha-Soleil με την προσωπικότητα και το πρόσωπο και τη γοητεία και το πνεύμα μου και τα πάντα που με κάνουν τη Μirha-Soleil, οι πελάτες μου δεν θα με έβλεπαν. Με βλέπουν επειδή υπάρχει μια συγκεκριμένη προσωπικότητα και ένα ιδιαίτερο sex appeal που είναι μέρος ολόκληρου του πακέτου μου. Δεν έρχονται για να δουν δυο βυζιά ή μια ρόγα ή ένα κωλομάγουλο για όνομα του Χριστού. Είναι οι φεμινίστριες οι οποίες είναι ενάντια στην πορνεία που μας αντικειμενοποιούν και μας μειώνουν σε βυζιά και κώλους με το να μας αντιλαμβάνονται με αυτό τον τρόπο και με τη διάδοση του μύθου ότι στην πορνεία αυτό είναι που είμαστε ως πόρνες: χυδαία στόμια, και ότι αυτό είναι αυτό που αξίζουμε πραγματικά. Έτσι αυτό που κάνω είναι να γυρίζω τους πίνακες ανάποδα και να λέω «Πιστεύετε ότι οι πελάτες μας ή οι άνδρες που βλέπουν πορνό μας μεταχειρίζονται σαν ζώα και κομμάτια κρέας; Γιατί τότε εάν αυτό πιστεύετε, ΕΣΕΊΣ είστε αυτές που δεν μπορούν να δουν πέρα από βυζιά και κώλους και τρύπες για γαμήσι. Είστε αυτοί που μας μεταχειρίζονται σαν ζώα και τα κομμάτια κρέας και οι ομιλίες σας, οι καμπάνιες σας, η θεωρητικολογία σας μας βλάπτουν και βοηθούν να δημιουργηθεί ένα πλαίσιο όπου η πορνεία βλέπεται ως κοινωνικό κακό που πρέπει να αποβληθεί, ένα πλαίσιο που καθιστά πιθανό σε ανθρώπους να σκοτώσουν πόρνες και να πιστεύουν πως προσφέρουν υπηρεσίες στην κοινωνία.

Δεύτερη εμπρηστική επίθεση στην Συναγωγή Ετς Χαϊμ στα Χανιά

Γιαυτούς που μιλάνε ότι στην Ελλάδα δεν υπάρχει πρόβλημα αντισημιτισμού , παραθέτουμε την παρακάτω ενημέρωση από το ιστολόγιο http://abravanel.wordpress.com/2010/01/16/second-arson-in-hania-synagogue/ . Νομίζω πως η ανάγκη για περισσότερη δράση και αντιπληροφόρηση στην Ελλάδα για το θέμα του αντισημιτισμού είναι αναγκαία , περισσότερο από ποτέ.

Για να δούμε τώρα πόσοι από τους „ουμανιστές“ της Παλαιστινιακής αλληλεγγύης θα βγάλουν έστω και μια μικρή ανακοίνωση για το θέμα. Νομίζω ότι αρκετά κρύφτηκαν πίσω από το δάκτυλο τους όλον αυτόν το καιρό. Ο αντισημιτισμός ποτέ δεν σταμάτησε να αποτελεί επιρροή πολλών λεγόμενων „αναρχο-αριστερών“ σε αυτή την χώρα και παγκόσμια.

Ο Ελληνικός Εβραϊσμός αντιμετώπισε μια νέα εμπρηστική επίθεση ενάντια στην Συναγωγή Ετς Χαΐμ στα Χανιά το βράδυ της 15ης Ιανουαρίου. Σύμφωνα με αστυνομικές αναφορές άγνωστοι δράστες έβαλαν φωτιά στο κύριο κτίσμα της Συναγωγής καταστρέφοντας τη στέγη, τη συλλογή των 2500 σπάνιων βιβλίων, πολλά θρησκευτικά αντικείμενα της συλλογής τέχνης, το μουσικό αρχείο με σπάνιες ηχογραφήσεις από θρησκευτική και παραδοσιακή κρητική μουσική, τους 4 υπολογιστές και σημαντικό μέρος όλης της συναγωγής. Δεν ξέρουμε ακόμα την τύχη των παπύρων της Τορά που είχαν επιβιώσει της προηγούμενης επίθεσης. Μέλη της χαβουρά/αδελφότητας της Συναγωγής μεταφέρουν αυτή την στιγμή τα υπόλοιπα αντικείμενα σε διαφορετικές τοποθεσίες για να αποφύγουν επιπλέον καταστροφές.

Αυτός είναι ο δεύτερος εμπρησμός της Συναγωγής που είχε αντιμετωπίσει μια ακόμη αντισημιτική επίθεση μόλις πριν 19 ημέρες και που είχε προκαλέσει ζημιές στο κτίριο αλλά είχε αφήσει άθικτη την ανεκτίμητη θρησκευτική, μουσική και ιστορική της αρχειοθήκη. Υπενθυμίζω τις αντιπαραθέσεις που είχαν συνοδεύσει την ανακαίνιση της το 1999, την πρώτη μετά από το Ολοκαύτωμα που είχε εξολοθρεύσει την Κοινότητα. Τότε ο Νομάρχης Χανίων και ο ορθόδοξος Μητροπολίτης είχαν απειλήσει με σωματική βία αν άνοιγε η Συναγωγή με μια υστερική σειρά εγγράφων που μιλούσαν για “Εβραϊκό Κεφάλαιο” που εισβάλει στην Κρήτη και παρόμοια αντισημιτική ρητορεία καταπατώντας κάθε έννοια θρησκευτικής ελευθερίας στην Ελλάδα.

Στην προηγούμενη ανάρτηση για τον πρώτο εμπρησμό είχα ζητήσει από τον Δήμαρχο και τον Νομάρχη Χανίων να επισκεφθούν δημόσια την Συναγωγή και παρουσία των ΜΜΕ να καταδικάσουν με τον πιο έντονο και δημόσιο τρόπο την επίθεση. Για να το θέσω και πιο λαϊκά: να φωνάξουν τα κανάλια και τις εφημερίδες και να πουν να τσακιστούν και να ξεκουμπιστούν οι αντισημίτες από την πόλη τους, ενώ η Αστυνομική Διεύθυνση Χανίων να προχωρήσει σε “συστάσεις” στους γνωστούς φασιστικούς κύκλους. Τίποτα δεν έγινε, ενώ τα ΜΜΕ ήταν εξαιρετικά προσεκτικά να παρουσιάσουν ουδέτερα την επίθεση, ίσως για να μην ταράξουν τις ρατσιστικές αντισημιτικές ευαισθησίες των αναγνωστών τους και ψηφοφόρων. Η Ελληνική Κυβέρνηση προφανώς δεν καταδίκασε τίποτα – όπως συνήθως. Εκτός και αν μας πάρουν χαμπάρι οι ξένοι η έννοια της θρησκευτικής ανεκτικότητας είναι κάτι εξαιρετικά σχετικό στην χώρα μας.

Κάτω από τις παρούσες συνθήκες επαναλαμβάνω την παράκληση μου στην τοπική χριστιανική κοινωνία να αντιδράσει, αν και προφανώς είναι πολύ λίγο και πολύ αργά. Αν όχι για τους αντιπαθείς εβραίους, τουλάχιστον για την χανιώτικη πολιτιστική κληρονομιά και το γεγονός οτι κινδυνεύει η ίδια η Παλαιά Πόλη των Χανίων. Συνδυάζοντας αυτή την επίθεση με τις πρόσφατες επιθέσεις εναντίον ξένων στα Χανιά από φασιστικές ομάδες που γίνονται ανεκτές από την Αστυνομική Διεύθυνση Χανίων, συμβουλεύω στους εβραίους ταξιδιώτες της Κρήτης να λάβουν μέτρα για την προστασία τους και να αποφεύγουν έντονες εκδηλώσεις της εβραϊκής ταυτότητας τους. Είμαι κάθετα αντίθετος σε κάθε είδος μποϊκοτάζ αλλά οι επαναλαμβανόμενη ρατσιστική βία και η ενσυνείδητη έλλειψη αντιδράσεων από Αστυνομία, Κράτος, ΜΜΕ και τοπική χριστιανική κοινωνία δημιουργεί επιπλέον κινδύνους στους Εβραίους που ζουν και επισκέπτονται την πόλη.

Επίσης ζητώ την βοήθεια, χρηματική και ηθική, από οποιοδήποτε στην Ελλάδα και στον κόσμο για να βοηθήσουμε την επισκευή της Συναγωγής και να αρνηθούμε την επιτυχία του έργου των Ναζί και των σύγχρονων κρητικών μιμητών τους. Επισκεφθείτε τον ιστότοπο της Ετς Χαΐμ για περισσότερες πληροφορίες.

ΥΓ. Η ανακοίνωση της ΜΚΟ ΕΠΣΕ είναι συναισθηματική αλλά ορθή. Αποτελεί ηθική υποχρέωση του ΚΙΣ και των ανθρώπων που θέλουν να διατηρήσουν ή να ανέλθουν στην διοίκηση του να μην επαναλάβουν πρακτικές που, παρά τις καλές τους προθέσεις, έχουν αποδειχτεί αποτυχημένες και πηγή εκμετάλλευσης από το Κράτος.

“”όποιος/α τολμάει ας θυμίσει ποιο κόμμα (κεντρικά), ποιο ΜΜΕ (πλην “Ε”), ποιος φορέας καταδίκασε τον πρώτο εμπρησμό; σιωπή σημαίνει συνενοχή άρα οι εμπρηστές είναι η ελληνική πολιτεία και κοινωνία – με την ανοχή της ηγεσίας του εβραϊσμού που αντέδρασε υποτονικά στον αρχικό εμπρησμό

6-01.10 Εμπρησμός στη Συναγωγή στα Χανιά

Εμπρησμός -σύμφωνα με την Αστυνομία- σημειώθηκε χθες, τις πρώτες πρωινές ώρες, στην Εβραϊκή Συναγωγή, στην παλιά πόλη των Χανίων. Από την πυρκαγιά που προκάλεσαν άγνωστοι δράστες η Συναγωγή (στην πάροδο Κονδυλάκη) κινδύνεψε να καεί.

Τα χειρότερα αποτράπηκαν χάρη στην επέμβαση της Πυροσβεστικής που έσβησε έγκαιρα τη φωτιά. Κάτω από την ξύλινη σκάλα της Συναγωγής βρέθηκε δοχείο με εύφλεκτο υγρό.

Σε ανακοίνωση που εξέδωσε η Αστυνομική Διεύθυνση Χανίων αναφέρεται ότι στη 1.15 περίπου τα ξημερώματα “άγνωστοι δράστες εισήλθαν στον αύλειο χώρο της Εβραϊκής Συναγωγής και προκάλεσαν πυρκαγιά σε εξωτερική σκάλα του κτηρίου με αποτέλεσμα να υποστεί υλικές ζημιές και να προκληθούν φθορές στον υλικοτεχνικό εξοπλισμό και σε διάφορα βιβλία που υπήρχαν στον χώρο της βιβλιοθήκης. Η πυρκαγιά κατασβέστηκε άμεσα από την Πυροσβεστική Υπηρεσία Χανίων στη 1.50 τα ξημερώματα”.

Ηδη από νωρίς χθες το πρωί οι εκπρόσωποι της Συναγωγής είχαν εκφράσει φόβους ότι η πυρκαγιά οφείλεται σε εμπρησμό καθώς είχαν προηγηθεί παρόμοια περιστατικά στην παλιά πόλη (Στέκι Μεταναστών) αλλά και σ’ όλη την Ελλάδα.
Η ώρα ήταν 1.15 περίπου τα ξημερώματα όταν περίοικος αντιλήφθηκε ότι η Συναγωγή είχε πάρει φωτιά και ειδοποίησε την Πυροσβεστική Υπηρεσία, η έγκαιρη επέμβαση της οποίας απέτρεψε τα χειρότερα.

Στο σημείο έσπευσαν άμεσα άνδρες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Χανίων με δύο οχήματα που έθεσαν τη φωτιά υπό πλήρη έλεγχο.
Η φωτιά πρόλαβε να κάψει τμήμα της ξύλινης σκάλας που οδηγεί στη Βιβλιοθήκη της Συναγωγής και κατέστρεψε το κλιμακοστάσιο, ενώ υπήρχε κίνδυνος επέκτασής της στα γειτονικά σπίτια της παλιάς πόλης.
Το περιστατικό επαναφέρει το θέμα φύλαξης της παλιάς πόλης γενικότερα, αλλά και της Εβραϊκής Συναγωγής ειδικότερα, που εδώ και τέσσερα χρόνια παραμένει χωρίς φρουρό.

Μιλώντας στους δημοσιογράφους ο διευθυντής της Εβραϊκής Συναγωγής Νίκος Hanaan Σταυρουλάκης, ανέφερε ότι “χθες το βράδυ γύρω στη 1.30 τα μεσάνυχτα μας ειδοποιήσανε ότι είχε εκδηλωθεί φωτιά στη Συναγωγή. Μέχρι να φτάσουμε εδώ, παρά το γεγονός ότι κατοικώ στην παλιά πόλη, η Πυροσβεστική είχε σβήσει έγκαιρα την πυρκαγιά που ευτυχώς δεν πρόλαβε να επεκταθεί και να ανέβει μέχρι τη Βιβλιοθήκη. Όμως ακόμη δεν μπορώ να ξέρω σε τι κατάσταση βρίσκονται τα βιβλία λόγω του καπνού και της υγρασίας. Στη Βιβλιοθήκη της Συναγωγής φυλάσσονται περισσότεροι από 1.500 τίτλοι σπάνιων βιβλίων. Οι ζημιές μέχρι στιγμής φαίνονται να είναι μόνο υλικές. Αυτό που μας πονάει είναι το συναισθηματικό κομμάτι της πράξης αυτής. Διότι η ξύλινη σκάλα φτιάχνεται και οι τοίχοι ξαναβάφονται, αλλά αυτό που έγινε, μας «χτύπησε στην καρδιά» αυτό δεν φτιάχνεται”.

Ο ίδιος επεσήμανε ότι “το τελευταίο διάστημα έχουν γίνει διάφορα περιστατικά στην παλιά πόλη, που ειδικά τη νύχτα μοιάζει με «αδέσποτη πόλη». Θεωρώ τα Χανιά πατρικό μου σπίτι, κάποιοι άλλοι όμως όχι. Η τελευταία γενιά, δεν ξέρω για ποιον λόγο, βλέπω να αδιαφορεί απίστευτα για την παλιά πόλη. Και για τα γεγονότα που έχουν συμβεί τελευταία στην παλιά πόλη όπως στο Στέκι Μεταναστών, κανείς δεν λέει τίποτα. Ο εμπρησμός που συνέβη στο Στέκι Μεταναστών είναι αίσχος: πουθενά στην Ευρώπη δεν γίνονται τέτοια πράγματα, χωρίς να υπάρξει μια γενική επανάσταση από την τοπική κοινωνία. Οι άνθρωποι θα έπρεπε να έχουν βγει στους δρόμους για τέτοια περιστατικά”.
Ο ίδιος ανέφερε ότι επιθέσεις έγιναν και στα Ιωάννινα όπου 5 – 6 φορές έβαψαν τους τάφους στο Εβραϊκό Νεκροταφείο.

“Όμως εκεί όλη η πόλη ξεσηκώθηκε, οι Χριστιανοί βγήκαν στους δρόμους φωνάζοντας «φτάνει πια»”.
Ο κ. Σταυρουλάκης έθιξε και το θέμα της φύλαξης της Εβραϊκής Συναγωγής αφού, όπως είπε, “εδώ και τέσσερα χρόνια δεν υπάρχει φύλακας. Υπήρχε αστυνομικός που φύλαγε σκοπιά μέχρι τις 5 το πρωί, τώρα πλέον δεν υπάρχει”.

Από την πλευρά του ο υποδιοικητής της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας Χανίων Νικόλαος Σκουλούδης, ανέφερε ότι “η Υπηρεσία ειδοποιήθηκε στη 1.15 για εκδήλωση πυρκαγιάς στο κτήριο της Εβραϊκής Συναγωγής στην παλιά πόλη, στην πάροδο Κονδυλάκη. Δύο οχήματα με πέντε άνδρες της Πυροσβεστικής Υπηρεσίας μετέβησαν έγκαιρα στην περιοχή και πρόλαβε να καταστείλει την πυρκαγιά πριν πάρει διαστάσεις. Διότι γνωρίζουμε ότι όλα τα κτήρια της παλιάς πόλης των Χανίων είναι εύφλεκτα λόγω των υλικών κατασκευής. Διαπιστώσαμε ότι υπήρχε κάτω από ξύλινη σκάλα, ένα δοχείο με εύφλεκτο υγρό που έκαιγε και μετέδιδε τη φωτιά στο κλιμακοστάσιο που οδηγεί στον πρώτο όροφο, όπου βρίσκεται η Βιβλιοθήκη του κτηρίου. Ευτυχώς αποσοβήθηκε κάθε κίνδυνος επέκτασης της πυρκαγιάς, η οποία κατέστρεψε μόνο το κλιμακοστάσιο”.

Ο ίδιος επεσήμανε τον κίνδυνο από την πρόκληση πυρκαγιάς στα κτήρια της παλιάς πόλης λόγω της παλαιότητας και της φύσης των υλικών τους.
Ελένη Φουντουλάκη

Ο Αντισημιτισμός στην Σοσιαλιστική Παράδοση

Του Kjetil Simonsen

Τον Ιούνιο του 2004 κάτι ασυνήθιστο συνέβη στην Νορβηγική πολιτική σκηνή. Μετά από ένα μακροσκελή δημόσιο διάλογο, το αριστερό κόμμα Rød Valgallianse διέγραψε τον Hans Olav Brendberg, θεολόγο και παλαίμαχο του κόμματος, με την αιτιολογία της διασποράς αντισημιτικών προκαταλήψεων. Ήταν η πρώτη φορά που κάποιος αποκλείστηκε από Νορβηγικό κόμμα λόγω του αντισημιτισμού. Ο Brendberg είχε στραφεί με προσβλητικό τρόπο εναντίον των Εβραίων σε αναρίθμητα γραπτά στο ίντερνετ και την αριστερή ημερίσια εφημερίδα Klassekampen. Ισχυρίστηκε πως οι Εβραίοι ήταν υπεύθυνοι για τον θάνατο του Χριστού και πως τρέφουν μίσος για τους μη Εβραίους. Σκιαγράφησε την «Εβραϊκή ισχύ» ως τον θεμέλιο λίθο της διεθνούς και ιδιαίτερα της Αμερικανικής πολιτικής. Οι Εβραίοι, σύμφωνα με τον Brendberg, ασκούν τεράστια επιρροή στην κυβέρνηση Bush και, μέσω των οικονομικά πανίσχυρων λόμπυ τους, πιέσαν για τις επεμβάσεις στο Αφγανιστάν και στο Ιράκ. O Brenderberg άντλησε αρκετούς από τους ισχυρισμούς του απευθείας από πηγές που σχετίζονται με ακροδεξιές ομάδες, κάποιες από τις οποίες αρνούνται το Ολοκαύτωμα.[1]

Το περίεργο με αυτή την ιστορία είναι πως για αρκετό καιρό ένα αριστεριστικό, πρώην Μαοϊκό κόμμα, όπως το Rød Valgallianse επέτρεψε σε μέλος του να διαδώσει αντισημιτικές απόψεις, οι οποίες και δημοσιεύτηκαν στην Klassekampen. Αλλά οι σχέσεις μεταξύ αντισημιτικών ιδεών και φαινομενικά ριζοσπαστικών τάσεων δεν είναι τόσο σπάνιες. Πρόσφατα ο αντισημιτισμός βρέθηκε για ακόμη μια φορά σε άνοδο στην Ευρώπη και η άκρα Δεξιά δεν τον υποδέχτηκε μόνη της. Υπάρχουν και αριστεροί που έχουν υιοθετήσει αντι-εβραϊκές αντιλήψεις, εκφέροντάς τες στο όνομα της εναντίωσης στην παγκοσμιοποίηση, της υπεράσπισης των δικαιωμάτων των Παλαιστινίων και της μάχης ενάντια στον ιμπεριαλισμό. Τον Φεβρουάριο του 2003 σε ένα άρθρο στο αντιφασιστικό περιοδικό Searchlight, ο Steve Silver προειδοποιεί την Αριστερά, σε μια περίοδο που χαρακτηρίζεται από αύξηση του αντισημιτισμού, να μην ενδόσει σε εχθρικές συμπεριφορές προς τους Εβραίους. «Ο αντισημιτισμός», γράφει ο Silverman, «δεν προέρχεται πάντα από την φασιστική Δεξιά. Όπως το Αριστερό και εργατικό κίνημα αναγνωρίζει πως είναι απολύτως ικανό να δώσει καταφύγιο σε ρατσιστικές πρακτικές ενάντια στους μαύρους, έτσι πρέπει να αναγνωρίσει και πως η περίπτωση του αντισημιτισμού είναι παρόμοια».[2] Ως παράδειγμα του φλερτ μεταξύ αντισημιτισμού και Αριστεράς, ο Silver αναφέρει την Τροτσκυστική οργάνωση Socialist Voice, στη Βόρεια Αγγλία, η οποία το 2002 προωθούσε μια ιστοσελίδα που ισχυριζόταν πως περιείχε πληροφορίες σχετικά με την ιστορία του Σιωνισμού. Αλλά αυτή την ιστοσελίδα στην πραγματικότητα την διαχειριζόταν ηγετικό στέλεχος του Institute for Historical Review, γνωστό για την άρνηση του Ολοκαυτώματος.[3]

Ευτυχώς, τέτοια φλερτ με την απροκάλυπτη άρνηση του Ολοκαυτώματος, αν και έχουν προηγούμενο στην Αριστερά, είναι σπάνια.[4] Οι αντισημίτες αριστεροί πιο συχνά βλέπουν τον Εβραϊκό εθνικισμό ως την ίδια την πηγή και κινητήριο δύναμη του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού˙ ισχυρίζονται πως οι Εβραίοι κρύβονται πίσω από διεθνείς εξελίξεις, μέσω οικονομικά πανίσχυρων οργανισμών και λόμπυ˙ και συγκρίνουν τις Ισραηλινές επιθέσεις εναντίον των Παλαιστινίων με την γενοκτονία που διέπραξε η Ναζιστική Γερμανία εναντίον του Ευρωπαϊκού Εβραϊσμού.

Το καλοκαίρι του 2002 η Ολλανδική αντιρατσιστική οργάνωση De fabel van de illegal εξέτασε μια τέτοια περίπτωση. Μια διαδήλωση υπέρ των Παλαιστινίων είχε λάβει χώρα στο Άμστερνταμ τον Απρίλιο του ίδιου έτους. Η διαδήλωση αυτή, σύμφωνα με την De fable, είχε αποτελέσει την μεγαλύτερη αντισημιτική διαδήλωση στην Ολλανδία από τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο:

Υπήρχαν εκατοντάδες εκδηλώσεις αντισημιτισμού σε όλη την διαδήλωση. Χιλιάδες φωνάζαν ενθουσιαμένοι αντισημιτικά συνθήματα […]. Υπήρχαν αμέτρητες συγκρίσεις μεταξύ των Γερμανών Ναζί και του Ισραήλ. Μερικά παραδείγματα είναι εικόνες του Hitler να χτυπά τον Sharon φιλικά στον ώμο ή ο Sharon με χιτλερικό μουστάκι, «ο Hitler έχει γιο: τον SSharon», «Σταματήστε τον Αδόλφο Sharon», «Μποϋκοτάρετε τονISSrael, μποϋκοτάρετε τον SSharon» και «Το Ισραήλ είναι ναζιστικό κράτος». Όλοι οι πιθανοί συνδυασμοί της σβάστικας και του αστεριού του Δαυίδ ήταν εκεί: μερικές φορές με τα σύμβολα «=» ή και «>» μεταξύ τους. Συνολικά μετρήσαμε πάνω από 75 σβάστικες. «Οι Εβραίοι είναι Ναζί» ήταν ένα ακόμα σλόγκαν που ακούστηκε. Επανειλημμένα το Ισραήλ κατηγορήθηκε για μια «νέα Shoah»: «Σταματήστε το Παλαιστινιακό Ολοκαύτωμα», «Jenin 2002 = Βαρσοβία 1943», «Άουσβιτς, Σρεμπρένιτσα, Γάζα» και «η Άννα Φρανκ τώρα ζει στην Γάζα».[5]

Καθώς τα αντι-Εβραϊκά συνθήματα και συμπεριφορές προσαρτώνται σε ένα «αντι-ιμπεριαλιστικό» πλαίσιο, πολλοί αυτοαποκαλούμενοι αριστεροί κύκλοι αποδέχονται όλο και περισσότερο τις θεωρίες συνωμοσίας. Τον Μάρτιο του 2002, μόνο έξι μήνες μετά το επεισόδιο με τον Brendberg, η Νορβηγική εβδομαδιαία Κομμουνιστική εφημερίδα Friheten, δημοσίευσε επιστολή που υποστήριζε πως στις 11 Σεπτεμβρίου 2001, τέσσερις χιλιάδες Εβραίοι, μέσω μηνυμάτων στα κινητά τους τηλέφωνα, προειδοποιήθηκαν εκ των προτέρων για τις επερχόμενες τρομοκρατικές επιθέσεις και επομένως δεν πήγαν στην δουλειά τη μέρα εκείνη.[6]

Η έκταση των αντι-Εβραϊκών ή δυνητικά αντι-Εβραϊκών εκδηλώσεων εντός της Αριστεράς μπορεί να εκπλήσσει ή να φαίνεται αδιανόητη. Σε τελική ανάλυση, η Αριστερά πάντοτε έλεγε πως υπερασπιζόταν την απελευθέρωση του ανθρώπου. Δυστυχώς όμως, αντισημιτικές ιδέες έχουν εντοπιστεί μεταξύ σοσιαλιστών στοχαστών και αριστερών κύκλων εδώ και δύο αιώνες. Αυτός ο αντισημιτισμός έχει λάβει πληθώρα διαφορετικών εκφράσεων, αλλά κάποια συγκεκριμένα στοιχεία είναι ιδιαιτέρως χαρακτηριστικά: μία θεμελιώδης απέχθεια για τους Εβραίους ως Εβραίους˙ ισχυρισμοί περί αρνητικών γνωρισμάτων στο χαρακτήρα τους˙ και η απόδοση ευθυνών για οικονομικά προβλήματα, εκμετάλλευση και κοινωνική αδικία στους «Εβραίους», ιδωμένους ως μονολιθική οντότητα.

Στο παρόν αρθρο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω μια ιστορική επισκόπηση της από την Αριστερά προερχόμενης εχθρικότητας προς τους Εβραίους και να φωτίσω κάποιες από τις σημαντικές μορφές έκφρασης που αυτός ο «σοσιαλιστικός αντισημιτισμός» έχει εκλάβει. Εξαρχής πρέπει να κάνω κάποιες αποσαφηνίσεις. Εστιάζοντας στον σοσιαλιστικό αντισημιτισμό σε καμία περίπτωση δεν θέλω να υποστηρίξω πως οι αντικαπιταλιστικές ιδέες «αναπόφευκτα» οδηγούν στον αντισημιτισμό ή πως ο ιστορικός σοσιαλισμός καθαυτός μπορεί να συνδεθεί με την εχθρικότητα εναντίον των Εβραίων. Αντιθέτως, η πρόθεσή μου είναι προειδοποιήσω για τους κινδύνους που κρύβουν οι θεωρίες συνωμοσίας και η ξενοφοβία, ειδικά για την διάσωση των ελευθεριακών και ανθρωπιστικών διαστάσεων του αντικαπιταλισμού και της Αριστεράς. Μόνο με την επισήμανση και την κριτική των σφαλμάτων του παρελθόντος μπορούμε να ελπίζουμε στην δημιουργία μελλοντικών κινημάτων και μιας μελλοντικής κοινωνίας σύμφωνης με τις δημοκρατικές και ανθρωπιστικές αξίες.

Ο Αντισημιτισμός στον Πρώιμο Γαλλικό Σοσιαλισμό

Ο σύγχρονος αντισημιτισμός, όπως εμφανίστηκε στον 19ο αιώνα, αρχικά ρίζωσε εντός αντιδραστικών, υπερεθνικιστικών και αντιδημοκρατικών πολιτικών κύκλων. Ήταν κυριώς σε τέτοια περιβάλλοντα που ο αντισημιτισμός ανυψώθηκε σε κοσμοαντίληψη και που το μίσος για τους Εβραίους βήκε την πιο αδιάλλακτη μορφή του. Αξιώσεις για «φυλετική» και εθνική καθαρότητα και αναγέννηση συχνά σχετίζονταν με την απέχθεια προς το πνεύμα του Διαφωτισμού. Για τον λόγο αυτό άλλωστε, η άκρα Δεξιά στον 19ο και 20ο αιώνα είδε την κοινωνική εξέλιξη από την Μεγάλη Γαλλική Επανάσταση και μετά ως το αποτέλεσμα μιας Εβραϊκής συνωμοσίας. Η άκρα Δεξιά υποστήριζε πως οι Εβραίοι, έχοντας δήθεν υπό τον έλεγχό τους τα ΜΜΕ και τη διεθνή οικονομία, διέσπειραν τον φιλελευθερισμό, τον κοσμοπολιτισμό και τον σοσιαλισμό, με σκοπό να υπονομεύσουν την εθνική κοινότητα και την ηθική τάξη της παραδοσιακής κοινωνίας. Στον 20ο αιώνα αυτές οι ξεκάθαρα αντιδραστικές ιδέες μεσουρανούσαν μαζί με τον Γερμανικό Ναζισμό—ένα κίνημα που συνταίριαξε την αντίσταση στην κοινωνική απελευθέρωση, την ισότητα και την δημοκρατία με τον φανατικό ρατσισμό και τον αντισημιτισμό. Κατά την διάρκεια του Β Παγκοσμίου Πολέμου το μίσος για τους Εβραίους έλαβε την πιο απάνθρωπη κατάληξη, το Ολοκαύτωμα και την γραφειοκρατικά οργανωμένη απόπειρα να εξοντωθούν οι Εβραίοι της Ευρώπης που κατόρθωσε να σκοτώσει περίπου έξι εκατομμύρια.

Οι αντισημιτικές προκαταλήψεις ταιριάζουν γάντι με την οπισθοδρομική, ξενοφοβική και εχθρική προς την ισότητα κοσμοαντίληψη που υιοθετήθηκε από τις Ευρωπαϊκές Δεξιές τάσεις από τον 19ο αιώνα και μετά, αλλά πολλοί ήταν και οι σοσιαλιστές που τις ασπάστηκαν. Στον πρώιμο Γαλλικό σοσιαλισμό, όπως εξελίχθηκε από τους Σαρλ Φουριέ, Σαιν Σιμόν, Πιέρ-ζοζέφ Προυντόν, μπορούμε να εντοπίσουμε πληθώρα ρητών αντισημιτικών απόψεων. Σύμφωνα με τον ιστορικό Einhart Lorenz, οι Γάλλοι στοχαστές «ταυτίζαν τους Εβραίους με το οικονομικό σύστημα και τους έβλεπαν ως την ενσάρκωση του καπιταλισμού και του τραπεζικού συστήματος της οικογένειας Ρότσιλντ”.[7] Ο Φουριέ έβλεπε τους Εβραίους ως την ενσάρκωση του καπιταλισμού και τους χαρακτήριζε παρασιτικούς, ανέντιμους, ύπουλους και αντιπαραγωγικούς. Ο Μπλανκί έκανε καταγγελίες κατά της Εβραϊκής τοκογλυφίας και στο αντιεκκλησιαστικό του υβρεολόγιο κατηγορούσε τους Εβραίους και για μια μεγαλύτερη διαφθορά: τον Καθολικισμό.[8]

Ο Πιέρ Ζοζέφ Προυντόν, ένας από τους πρώτους και πιο επιφανείς θεωρητικούς του αναρχισμού, είχε ακόμη πιο σκληρές αντισημιτικές απόψεις. Όχι μόνο σκιαγράφησε «τον Εβραίο» ως μια προσωποποίηση του καπιταλισμού, αλλά και οι καταγγελίες του διέπονταν ενίοτε από φανατισμό: «Ο Εβραίος είναι ο εχθρός της ανθρώπινης φυλής. Πρέπει η αυτή η φυλή να σταλλεί στην Ασία ή να εξολοθρευτεί».[9] Σύμφωνα με τον αριστερό-ελευθεριακό θεωρητικό Μάρεϊ Μπούκτσιν, αυτός ο επιθετικός αντισημιτισμός—μαζί με τις πατριαρχικές απόψεις του Proudhon και τον στενό επαρχιωτισμό του—έκαναν τις ιδέες του πολύ ελκυστικές μεταξύ αντιδραστικών κινημάτων:

Ο Προυντόν παρουσίαζε την αγροτική οικογένεια ως την βασική μονάδα της κοινωνικής ζωής και, όπως πολλοί Γάλλοι αγρότες, για τους οποίους η εκμετάλλευση σπάνια σήμαινε κάτι παραπάνω από την υποχρέωση να πληρώνουν τόκους στους τοκογλύφους, θεωρούσε πως για τα οικονομικά πρόβλήματα υπέυθυνος ήταν ο καπιταλισμός και ειδικά οι Εβραίοι δανειστές. Στην πραγματικότητα, αρκετό καιρό μετά τον θάνατό του, ο φαρμακερός αντισημιτισμός του, σε συνδυασμό με τις πατριαρχικές του ιδέες, θα καθιστούσαν πολλές από τις απόψεις του αρεστές στους Ευρωπαίους αντιδραστικούς, συμπεριλαμβανομένων και απροκάλυπτων φασιστών.[10]

Η αντιπάθεια αυτών των στοχαστών προς τους Εβραίους συνεχίστηκε από τους διαδόχους και τους οπαδούς τους. Ιδιαιτέρως φημισμένος για αυτό είναι ο Γάλλος συγγραφέας Alphonse Toussenel, ένας από τους πρώτους θαυμαστές του Φουριέ. Στο βιβλίο του Les Juifs, Rois de l’époque: Historie de la Féodalité Financière (1845) σκιαγράφησε μια αποκαλυπτική εικόνα της Γαλλίας υπό την εξουσία της περιόδου της «Μοναρχίας του Ιουλίου» (1830-1848). Σύμφωνα με την άποψη του Toussenel, η Γαλλία εξελισσόταν σε θύμα του «οικονομικού φεουδαλισμού», με τη μορφή της Εβραϊκής τοκογλυφίας. Μέσω της οικονομικής τους δύναμης οι Εβραίοι κατάφεραν να θέσουν την γαλλική κοινωνία υπό τον έλεγχό τους: «Σήμερα [η φεουδαρχική κλίκα] δεν είναι ακόμα τελείως οργανωμένη. Αλλά θα είναι αύριο. Ήδη ο παραγωγός και ο καταναλωτής είναι παραδωμένοι στο έλεός της. Ο Εβραίος κυριαρχεί και κυβερνά την Γαλλία».[11] Το έργο του Toussenel έχει χαρακτηριστεί ως «μια από τις πιό σφοδρές επιθέσεις που έχουν δημοσιευτεί στην Γαλλία εναντίον των Εβραίων»[12] και είναι προγενέστερο ακόμη και του επαίσχυντου αντισημιτικού best-seller του Eduard Drumont που δημοσιεύτηκε το 1886, La France Juive, ένα βιβλίο που ενέπνευσε αντισημίτες από την Αριστερά, καθώς και από συντηρητικούς κύκλους, για να μη μιλήσουμε για θεωρητικούς της ευγονικής και υπερεθνικιστικές ομάδες.

Η αντισημιτική παράδοση εντός του Γαλλικού σοσιαλισμού συνεχίστηκε στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ούτε ακόμα και η πασίγνωστη υπόθεση Dreyfus το 1894 — όταν ένας Γάλλος αξιωματικός εβραϊκής καταγωγής συνελήφθη και καταδικάστηκε για προδοσία χωρίς ίχνος αποδείξεων — δεν σταμάτησε τον χείμαρρο των αντισημιτικών δηλώσεων. Ο Nancy L. Green, συζητώντας τις συμπεριφορές των Γάλλων σοσιαλιστών πριν και κατά την διάρκεια της δίκης του Alfred Dreyfus, σημειώνει πως το σοσιαλιστικό περιοδικό La Revue Socialiste συχνά εξέδιδε άρθρα διαποτισμένα με φυλετικό, οικονομικό και θρησκευτικό αντισημιτισμό. Όπως σημειώνει ο Green, ακόμα και κατά τη διάρκεια των πιο υψηλών σε ένταση σταδίων της υπόθεσης Dreyfus — όταν η Γαλλία βρισκόταν στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου, και ενώ φιλο- και αντι-Dreyfus ομάδες πραγματοποίησαν διαδηλώσεις και συγκρούστηκαν στους δρόμους—πολύς κόσμος από την Αριστερά δίστασε να πάρει μια θέση και να στηρίξει τον Dreyfus. Μόνο μετά τις αρχές του 20ου αιώνα κατάφεραν οι Γάλλοι σοσιαλιστές να επιφέρουν σημαντικές αλλαγές στις απόψεις τους. Ο κύριος λόγος ήταν ένα κύμα Εβραίων της εργατικής τάξης που μετανάστευσαν από την Ανατολική Ευρώπη. Καθώς αυτοί οι άποροι Ανατολικοευρωπαίοι Εβραίοι έγιναν πιο ευδιάκριτοι στη Γαλλική κοινωνία, οι Γάλλοι σοσιαλιστές ανακάλυψαν πως υπήρχε όχι μόνο μια Εβραϊκή αστική τάξη, αλλά και ένα Εβραϊκό προλεταριάτο. Οι σοσιαλιστές ξεκίνησαν να υπερασπίζονται τους Εβραίους απέναντι στους εχθρούς της Δημοκρατίας, ενώ σταδιακά αναθεώρησαν την στάση τους απέναντι στον Αντισημιτισμό.[13]

Οι Λαϊκιστές και τα Πογκρόμ στη Ρωσία

Η Γαλλία δεν ήταν η μόνη χώρα όπου ο σοσιαλισμός στιγματίστηκε από αντισημιτικές ιδέες. Τα πρώτα κινήματα της εργατικής τάξης σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες φλέρταραν επίσης μαζί τους. Ένα παράδειγμα είναι οι αντιδράσεις του Ρωσικού Λαϊκίστικου κινήματος στα πογκρόμ που σημάδεψαν την τσαρική αυτοκρατορία κατά τη δεκαετία του 1880.[14]

Από το 1881 μέχρι το καλοκαίρι του 1884 ένα κύμα βίαιων διωγμών κατά των Εβραίων μαινόταν σε ολόκληρη τη Ρωσία. Αυτά τα πογκρόμ, ενορχηστρωμένα από πράκτορες του τσάρου, αποσκοπούσαν στη διοχέτευση της κοινωνικής δυσφορίας ενάντια στους «ξένους» και προκάλεσαν τεράστιο πόνο και καταστροφή. Οι εβραϊκές συνοικίες σε συνολικά περισσότερες από 160 πόλεις εκτέθηκαν σε βίαιες ενέργειες σε έναν τεράστιο «καταιγισμό αποτεφρώσεων πρωτοφανών για τη σύγχρονη εποχή».[15] Ο σαφής πολιτικός στόχος των δραστών ήταν να επιδεινώσουν τη θέση των Εβραίων στη ρωσική κοινωνία. Οι οικονομικές δραστηριότητες των Εβραίων, η εθνική τους απομόνωση και ο θρησκευτικός τους φανατισμός παρουσιάζονταν επισήμως ως τα πραγματικά αίτια της έντασης μεταξύ των εβραϊκών και των χριστιανικών πληθυσμών. Η κυβέρνηση δήλωσε πως «επίμονες προσπάθειες» για αφομοίωση των Εβραίων είχαν αποτύχει εξαιτίας του αγεφύρωτου χάσματος ανάμεσα στην «εβραϊκή φυλή» και τον πλειοψηφούντα πληθυσμό. Το τσαρικό καθεστώς προκάλεσε τα πογκρόμ αποσκοπώντας στον εκτροχιασμό του θυμού των μαζών μακριά από τις καταπιεστικές κοινωνικές δομές και την μετατόπισή του πάνω στον εβραϊκό πληθυσμό.

Περιέργως, το ρωσικό επαναστατικό κίνημα αυτής της περιόδου υιοθέτησε μια αντίστοιχη στρατηγική. Η Λαϊκίστικη ρητορική είχε ως στόχο την απόκτηση της εμπιστοσύνης των αγροτών και την ενίσχυση της μαχητικότητάς τους υποθάλπωντας τις λαϊκές προκαταλήψεις. Σύμφωνα με τον Avram Yarmolinsky, οι περισσότεροι επαναστατικοί κύκλοι, τουλάχιστον στην αρχή, εξέφρασαν «συμπάθεια για τους δράστες [των πογκρόμ], όχι για τα θύματα των λεηλασιών και των σφαγών». Η λαϊκίστικη αγανάκτιση στράφηκε κυρίως «εναντίον της αστυνομίας που κακομεταχειρίστηκε και και συνέλαβε τους εξεγερμένους». Προφανώς οι Λαϊκιστές είδαν τα πογκρόμ ως «προοίμιο ενός ευρύτερου κινήματος, ενός πραγματικού προάγγελου της επανάστασης. Διότι επρόκειτο για μια αυθεντική μαζική διαμαρτυρία, βίαιη, αχαλίνωτη, που παραβίασε τους περιορισμούς του νόμου»[16].

Όπως σημειώνει ο Yarmolinsky, η ρωσική ριζοσπαστική θεωρία στο τέλος του 19ου αιώνα είχε επίσης μολυνθεί από ανθεβραϊκές τάσεις. Ένα από τα καλύτερα παραδείγματα είναι η άποψη που εξέφρασε ο Μιχαήλ Μπακούνιν. Κατά τη διάρκεια της διαμάχης του με τον Καρλ Μαρξ στη 1η Διεθνή, ο Μπακούνιν συνέγραψε διάφορες εγκυκλίους προς τα μέλη της οργάνωσης στην Ισπανία και την Ιταλία, όπου παρουσίαζε τον εαυτό του ως θύμα μιας τρομερής συνωμοσίας από Γερμανούς και Ρώσους Εβραίους, καθοδηγούμενων από τον Καρλ Μαρξ:

Ολόκληρος αυτός ο εβραϊκός κόσμος που συνιστά μια ξεχωριστή κλίκα, το είδος των ατόμων που πίνουν το αίμα μας, μια κολλεκτίβα παρασίτων, αχόρταγων, με εσωτερική οργάνωση τέτοια που διαπερνά όχι μόνο τα σύνορα των κρατών, αλλά και τις διάφορες πολιτικές τάσεις—ο κόσμος αυτός είναι τώρα, τουλάχιστον στο μεγαλύτερο μέρος του, στη διάθεση του Μαρξ από τη μια και των Ρότσιλντ από την άλλη. Γνωρίζω πως οι Ρότσιλντ, αντιδραστικοί καθώς είναι και πρέπει να είναι, εκτιμούν ιδιαίτερα τα προσόντα του κομμουνιστή Μαρξ και πως, από τη μεριά του, ο κομμουνιστής Μαρξ γοητεύεται από μια ενστικτώδη έλξη, σεβασμό και θαυμασμό για την οικονομική ιδιοφυία του Ρότσιλντ. Η εβραϊκή αλληλεγγύη, αυτή η πανίσχυρη αλληλεγγύη που διατηρήθηκε σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας, τους ένωσε.[17]

“Zur Judenfrage”

Αν ο Μπακούνιν χρησιμοποίησε αντισημιτική ρητορική για να επιτεθεί στον Marx, ποιά ήταν η θέση του Μαρξ για το λεγόμενο «εβραϊκό ζήτημα»; Άφησε μια αμφιλεγόμενη κληρονομιά. Το 1843, στην ηλικία των εικοσιπέντε, συνέγραψε ένα κείμενο με τίτλο “Zur Judenfrage” (Το Εβραϊκό Ζήτημα). Στο άρθρο αυτό δεν δόθηκε ιδιαίτερη προσοχή μέχρι την αρχή του προηγούμενου αιώνα και έκτοτε έχει υποβληθεί σε διάφορες ερμηνείες. Όπως σημειώνει ο Lorenz, «Κάποιοι είδαν την επίθεσή του ενάντια στον Ιουδαϊσμό και τους Εβραίους ως ένα σημάδι εβραϊκής αυτοαναίρεσης, ενώ άλλοι την κατάλαβαν ως μια κριτική της θρησκείας ή των κοινωνικο-οικονομικών δομών, δηλαδή του καπιταλισμού και των ιδεολογικών συνεπειών του».[18] Γενικά ο Μαρξ απεικόνιζε τους Εβραίους ως υποκινητές και ραχοκοκαλιά του καπιταλισμού. Η εβραϊκή συλλογική ταυτότητα βασιζόταν στην απληστία˙ συνεπώς, το ξεπέρασμα της οικονομίας του χρήματος απαιτούσε, σύμφωνα με τον Μαρξ, την απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τον Ιουδαϊσμό.

Ποιά είναι η πραγματική βάση του Ιουδαϊσμού; Η πρακτική αναγκαιότητα, ο εγωισμός. Ποιά είναι η πραγματική κουλτούρα του Εβραίου; Το εμπόριο. Ποιός είναι ο πραγματικός του Θεός; Το χρήμα… Αναγνωρίζουμε συνεπώς στον Εβραϊσμό ένα γενικά υπάρχον αντικοινωνικό στοιχείο το οποίο έχει φτάσει στην σημερινή του κορύφωση από την ιστορική εξέλιξη, στην οποία οι Εβραίοι ανυπόμονα συνεισέφεραν και τώρα χρειάζεται να διαλυθεί. Το έσχατο νόημα της απελευθέρωσης των Εβραίων είναι η απελευθέρωση της ανθρωπότητας από τον Εβραϊσμό.[19]

Πρέπει να τονιστεί ότι ο Μαρξ, μετά την δημοσίευση αυτού του φυλλαδίου, ποτέ δεν ασχολήθηκε ξανά με παρόμοιο τρόπο με το «εβραϊκό ζήτημα». Αργότερα, ωστόσο, πολλοί από τους οπαδούς του υιοθέτησαν την αρχική του ανάλυση. Οι υποστηρικτές του στο Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), για παράδειγμα, είχαν αποκλίνουσες και πολλές φορές αντιφατικές απόψεις πάνω στο «εβραϊκό ζήτημα». Αλλά παρά το ότι οι Εβραίοι ήταν σύμφωνα με το στερεότυπο συνδεδεμένοι με τον καπιταλισμό, ο αντισημιτισμός δεν έγινε θεμέλιος λίθος ούτε του Μαρξισμού ούτε του οργανωμένου εργατικού κινήματος. Γενικά οι θεωρητικοί του κινήματος της εργατικής τάξης δεν θεωρούσαν ούτε την εβραϊκή θρησκεία ούτε την εβραϊκή εθνοτική και πολιτισμική κοινότητα ως τα πρωταρχικά χαρακτηριστικά του Εβραϊσμού. Αντιθέτως, το τι ήταν—ή δεν ήταν—οι Εβραίοι προέκυπτε από τη θεσή τους στο οικονομικό σύστημα. Το «εβραϊκό ζήτημα» μπορούσε να βρει λύση μόνο μέσω της μάχης ενάντια στον καπιταλισμό. Όταν ο καπιταλισμός θα εξαλειφόταν, οι Εβραίοι ως χωριστή οντότητα θα εξαφανίζονταν.[20]

Μετά την άνοδο του πολιτικού αντισημιτισμού στη Γερμανία τη δεκαετία του 1880, οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες απομακρύνθηκαν από τα αντισημιτικά προγράμματα και απόψεις. Ο αντισημιτισμός, ισχυρίζονταν οι Γερμανοί Σοσιαλδημοκράτες, προκάλεσε έναν διχασμό εντός της εργατικής τάξης και απέσπασε την προσοχή της από τον ταξικό αγώνα και τις επικρατούσες κοινωνικές συνθήκες. Ωστόσο, κάποιοι μέσα στο SPD ήθελαν να «κατανοήσουν» τον αντισημιτισμό και ισχυρίζονταν πως ο αντισημιτισμός θα μπορούσε να φανεί χρήσιμος στην παραγωγή αντικαπιταλιστικών αισθημάτων. Για παράδειγμα, στο συνέδριο του SPD το 1893, ο Wilhelm Liebknecht διακύρηξε πως οι Σοσιαλδημοκράτες θα καρπώνονταν τον αντικαπιταλισμό που είχαν σπείρει οι αντισημίτες. Το σκεπτικό ήταν πως οι ενεργοί αντισημίτες θα προκαλούσαν την γέννηση αντικαπιταλιστικών αισθημάτων στους χωρικούς και τους μικροαστούς ανοίγοντας—ακούσια—τον δρόμο στην Σοσιαλδημοκρατία. Αργά ή γρήγορα αυτές οι μεσαίες τάξεις θα αναγνώριζαν πως όχι μόνο οι Εβραίοι καπιταλιστές, αλλά η τάξη των καπιταλιστών γενικά αποτελούν τους εχθρούς τους και έπειτα θα συμμαχούσαν με το Σοσιαλιστικό κίνημα.[21] Η ιστορία όμως πήρε διαφορετικό δρόμο, δείχνοντας πως ο αντισημιτισμός μπορεί να υπηρετήσει μόνο βαθιά αντιδραστικούς σκοπούς. Αυτοί που έδρεψαν τους καρπούς του Γερμανικού αντισημιτισμού τελικά θα ήταν αυτοί που, τον επόμενο αιώνα, νίκησαν τους Σοσιαλδημοκράτες και επιχείρησαν—και σχεδόν κατάφεραν—να εξολοθρεύσουν τους Εβραίους.

Ο Αριστερός Αντισημιτισμός κατά την Περίοδο του Μεσοπολέμου

Με το ξημέρωμα του εικοστού αιώνα πολύς από τον κόσμο της Αριστεράς είχε ανακαλύψει πως εκτός από την εβραϊκή αστική και μεσαία τάξη υπήρχε και ένα εβραϊκό προλεταριάτο και κατά την περίοδο του μεσοπολέμου έδωσαν περισσότερη προσοχή σε αυτό το προλεταριάτο. Σε αυτό έπαιξαν ρόλο πολλοί παράγοντες. Για αρχή, από την δεκαετία του 1880 και μετά ένα μεγάλο κύμα φτωχών Εβραίων μεταναστών από την Ανατολική Ευρώπη μετακινήθηκε προς την δυτική, κάτι που έκανε του Εβραίους εργάτες όλο και πιο ορατούς στην κοινωνική ζωή. Έπειτα, οι Εβραίοι αποκτούσαν σταδιακά μεγαλύτερη σημασία εντός των Ευρωπαϊκών εργατικών κινημάτων, παίζοντας κεντρικό ρόλο στην εξέλιξη των πολιτικών κομμάτων και των συνδικάτων.

Κατά την ίδια περίοδο, τα φασιστικά και αντιδραστικά κινήματα αποκτούσαν όλο και περισσότερους οπαδούς μετά την λήξη του Α Παγκοσμίου Πολέμου και, μετά την Ρωσική Επανάσταση το 1917 ο αντισημιτισμός, συνδέθηκε στενά με τον χυδαίο αντι-Μαρξισμό. Πριν από τον πόλεμο η άκρα Δεξιά μιλούσε σε μεγάλο βαθμό για μια «Εβραιο-Μασονική συνωμοσία»˙ από το σημείο αυτό και μετά η προπαγάνδα της θα κυριαρχούνταν από το στερεότυπο του «Εβραιομπολσεβίκου». Δεξιοί συγγραφείς διέδιδαν πως ο σοσιαλισμός ήταν εβραϊκή εφέυρεση που είχε κατασκευαστεί με σκοπό την εκπλήρωση του διαβολικού εβραϊκού σχεδίου για την απόκτηση της παγκόσμιας κυριαρχίας.[22] Η ακροδεξιά προπαγάνδα, για τους λόγους αυτούς, περιέγραφε τους σοσιαλιστές ως Εβραίους πράκτορες και απολογητές και χρησιμοποίησε ένα απαίσιο αντιεβραϊκό λεξιλόγιο για να τους επιτεθεί. Για πολλούς σοσιαλιστές αυτό το γεγονός βοήθησε στην αποκάλυψη της αντιδραστικής φύσης του αντισημιτισμού και ενίσχυσε την απόρριψη των αντι-Εβραϊκών ιδεών εντός της Αριστεράς.

Αν και η Αριστερά γενικά απέρριπτε τον αντισημιτισμό, και παρά το ότι πολλοί Εβραίοι υποστήριξαν αριστερά κόμματα, τα κλισέ περί «εβραϊκού κεφαλαίου» και «εβραϊκού Τύπου» ορισμένες φορές εισχωρούσαν στη προπαγάνδα των σοσιαλιστικών κομμάτων. Μετά την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, οι Σοσιαλδημοκράτες στην Αυστρία, για παράδειγμα, προσπάθησαν να αποδείξουν πως οι Ναζί συνεργάστηκαν με την «Εβραϊκή ιντελιγκέτσια» και το Εβραϊκό κεφάλαιο». Ακόμη και μέλη του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος (KPD) επηρεάστηκαν από από το γενικό αντισημιτικό κλίμα της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Όχι μόνο οι Εβραίοι εκπρόσωποι του KPD στο κοινοβούλιο σταδιακά απομακρύνθηκαν, αλλά οι Κομμουνιστές σε κάποιες περιπτώσεις χρησιμοποίησαν το στερεότυπο του Εβραίου καπιταλιστή προς όφελός τους για οπορτινιστικούς λόγους. Προς το τέλος της περιόδου της Βαϊμάρης, στην εφημερίδα του KPD Rote Fahne, οι Εβραίοι κατηγορούνταν ακόμη και για υποστηρίξη του Ναζισμού.[23]

Ο Ευρωπαϊκός αντισημιτισμός έφτασε στο αποκορύφωμά του κατά την διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν οι Γερμανοί Εθνικοσοσιαλιστές δολοφόνησαν έξι εκατομμύρια Εβραίους. Μετά το τέλος του πολέμου, οι φρικαλεότητες που είχαν λάβει χώρα κατά το Ολοκαύτωμα σόκαραν την Ευρωπαϊκή κοινή γνώμη και συνέβαλαν στην απόλυτη περιφρόνηση και απόρριψη των ρητά αντισημιτικών ιδεών. Εντούτοις, τα αντισημιτικά στερεότυπα και τα καθοδηγούμενα από άγχος κλισέ επέζησαν σε κάποιους πολιτικούς κύκλους, συχνά μέσω κωδικοποιημένων όρων, όπως «Σιωνιστές», «τραπεζίτες», «εισοδηματίες» και «κοσμοπολίτες». Η ολοκληρωτική Σοβιετική Ένωση και τα καθεστώτα-μαριονέτες της στην Ανατολική Ευρώπη έγιναν περιοχές κλειδιά για αυτόν τον καμουφλαρισμένο αντισημιτισμό.

Τα Μαύρα Χρόνια στη Σοβιετική Ένωση

Η Ρώσικη Επανάσταση του 1917 κατήργησε τα τσαρικά διατάγματα δίωξης των Εβραίων, ενώ κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου πολλοί ήταν οι Εβραίοι που έτρεφαν συμπάθεια για τον Κομμουνισμό. Η συμπάθεια αυτή εντάθηκε απο το γεγονός ότι την επαύριο της επανάστασης, οι αντεπαναστατικοί «λευκοί φρουροί» — θεωρώντας την επανάσταση εβραιοκομμουνιστική συνωμοσία — εξαπέλυσαν μαζικά πογκρόμ στην Ανατολική Ευρώπη, κυρίως στην Ουκρανία. Ωστόσο, τη δεκαετία του 1920 και του 1930, κυρίως μετά την άνοδο του Στάλιν στην εξουσία, η κατάσταση των Εβραίων στη Σοβιετική Ένωση χειροτέρεψε δραστικά, συνοδευόμενη από ένα αυξανόμενο κύμα δυσφήμησης τους. Όπως αναφέρει ο Einhart Lorenz, η διακήρυξη απο τον Στάλιν του «Κομμουνισμού σε μια Χώρα» καθώς και οι ακόλουθες εκκαθαρίσεις εντός του Κομμουνιστικού Κόμματος είχαν αντισημιτικές απολήξεις: «Οι εβραϊκές ρίζες πολλών εκ των συλληφθέντων και καταδικασθέντων ήταν καίριας σημασίας. Κατ’ αυτό τον τρόπο καλλιεργήθηκε μια εικόνα των Εβραίων όχι μόνο ως εχθρών της Σοβιετικής Ένωσης, αλλά και ως κατασκόπων των ξένων δυνάμεων».[24]

Μετά τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, εντός του Σοβιετικού καθεστώτως και στην Ανατολική Ευρώπη, η εικόνα των Εβραίων ως «η Πέμπτη Φάλαγγα», η οποία συνωμοτεί για την ανατροπή του Σοβιετικού οικοδομήματος και της «εθνικής κοινότητας», εμπεδωνόταν με αυξανόμενους ρυθμούς. Ως αποτέλεσμα μιας μαζικής αντισημιτικής καμπάνιας—αρθρωμένης σε αντισιωνιστικά και «αντιιμπεριαλιστικά» συνθήματα—τα χρόνια 1948-53 πέρασαν στην ιστορία ως τα «μαύρα χρόνια» για τον Σοβιετικό Εβραϊσμό. Στο εσωτερικό, το Σοβιετικό κράτος εξαπέλυσε δυο ιδεολογικές καμπάνιες – μια «αντιεθνικιστική» και μια ενάντια στον «κοσμοπολιτισμό». Και οι δύο είχαν έντονο αντίκτυπο στην Ανατολική Ευρώπη και θανατηφόρες συνέπειες για τους Εβραίους κατοίκους. Η καμπάνια ενάντια στον εθνικισμό είχε ως στόχο της τον «μη-Ρωσικό» εθνικισμό, συμπεριλαμβανομένου του εβραϊκού εθνικισμού. Ο αγώνας ενάντια στον κοσμοπολιτισμό στρεφόταν ενάντια σε αυτό που περιγραφόταν ως έλλειψη εθνικής συνείδησης. Ο κοσμοπολιτισμός παρέπεμπε στην διακηρυγμένη προσπάθεια των Ηνωμένων Πολιτειών για παγκόσμια ηγεμονία, και το να μην έχεις «ρίζες» παρέπεμπε — σε σύμπλευση με την αντισημιτική παράδοση — στους Εβραίους. Ο Σιωνισμός, κατόπιν, έγινε νοητός ως ο πυρήνας μιας παγκόσμιας συνομωσίας της οποίας ηγείται το «εβραϊκό κεφάλαιο» και ο διεθνής ιμπεριαλισμός.

Από το 1948 και έπειτα η κατάσταση των Εβραιορώσων χειροτέρεψε δραματικά και αυτό οφειλόταν στις ολοένα και πιο ανοικτές και βίαιες κρατικές διώξεις. Κατα τον χειμώνα του 1948-9 σημειώθηκαν μαζικές συλλήψεις ηγετικών μορφών της Yiddish (ανατολικοευρωπαϊκής εβραϊκής) παράδοσης στη Σοβιετική Ένωση και το 1952 οι Έβραιοι που κατηγορήθηκαν πως σχεδιάζουν την μετατροπή του Κόλπου της Κριμαίας σε «προμαχώνα του ιμπεριαλισμού» για λογαριασμό του κράτους του Ισραήλ εκτελέσθηκαν. Οι σταλινικές αντι-σημιτικές καμπάνιες κορυφώθηκαν μεταξύ Οκτωβρίου 1952 και Φεβρουαρίου 1953 όταν εκατοντάδες γιατροί συνελήφθησαν και κινήθηκαν οι νομικές διαδικασίες για την δίωξη επιφανών αντιπροσώπων του εν λόγω επαγγέλματος στη Μόσχα. Πολλοί εκ των κατηγορουμένων ήταν εβραϊκής καταγωγής. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, οι γιατροί είχαν θανατώσει δυο σημαντικούς πολιτικούς και σχεδίαζαν να δολοφονήσουν τον Στάλιν. Ταυτόχρονα, κυκλοφορούσαν φήμες ότι και απλοί άνθρωποι είχαν πέσει θύματα της ανάρμοστων πράξεων τους. Το μεγάλο ποσοστό Εβραίων ανάμεσα στους κατηγορούμενους ευνόησε το κλίμα για τυχόν πογκρόμ στη Σοβιετική κοινωνία. Στις 5 Μαρτίου ο «κόκκινος τσάρος» της Σοβιετικής Ενωσης απεβίωσε, και τον Απρίλη αποκαλύφθηκε πως η «Συνομωσία των Γιατρών» ήταν προϊόν της «φαντασίας». Ωστόσο, ήδη αρκετοί εκ των κατηγορουμένων είχαν θανατωθεί κατά την διάρκεια απάνθρωπων ανακρίσεων.

Η Σοβιετική καμπάνια της δεκαετίας του 1950 εξαπλώθηκε και στην Τσεχοσλοβακία, Ουγγαρία, Βουλγαρία, Πολωνία και Ανατολική Γερμανία. Η πλεόν πολύκροτη δίκη ήταν, μάλλον, αυτή του Τσέχου Κομμουνιστή ηγέτη Rudolf Slansky. Τον Νοέμβριο του 1951 ο Slansky κατηγορήθηκε πως σχεδίαζε μια «Τιτοϊκή-Σιωνιστική-κοσμοπολίτικη συνομωσία» και ένα χρόνο αργότερα καταδικάστηκε σε θάνατο. Η δίκη του ακολουθήθηκε απο σειρά άλλες μέχρι και το 1954, με απολογισμό 178 εκτελεσθέντες, 35.000 ποινές φυλάκισης και 22.000 εγκλεισμών σε στρατόπεδα εργασίας δίχως ποινικές κυρώσεις. Είναι αλήθεια πως όσοι συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν δεν ήταν όλοι Εβραίοι, ωστόσο οι δίκες ήταν ανοικτά αντι-Εβραϊκές σε χαρακτήρα. Οι κομμουνιστές ηγέτες με εβραϊκή καταγωγή κατηγορήθηκαν για «κρυπτοσιωνισμό» και προδωσία του σοσιαλιστικού ιδεώδους, ενώ τα κατηγορητήρια ανέφεραν με έμφαση την τυχόν εβραϊκή καταγωγή.[25]

O Αντισημιτισμός μετά τον Στάλιν.

Μετά τον θάνατο του Στάλιν ο εκτεταμένος αντισημιτισμός της εποχής του περιορίστηκε κατά τι, ωστόσο ο αντι-Σιωνισμός εξακολουθούσε να αποτελεί επίσημο δόγμα. Οι πίεσεις για την αφομοίωση του Εβραϊσμού εμμένανε, και οι όποιες διευθετήσεις στη βάση εθνικών ποσοστώσεων συντελούσαν στις διακρίσεις εναντίον των Εβραίων εντός του εκπαιδευτικού συστήματος.

Την επαύριο του Πολέμου των Έξι Ημερών μεταξύ του Ισραήλ και των συμμάχων της Σοβιετικής ‘Ενωσης Αράβων, ένα νέο ξέσπασμα αντισημιτισμού έλαβε χώρα εντός της Σοβιετικής επικράτειας. Όπως αναφέρει ο Σουήδος ιστορικός Henrik Baeckner, η έκβαση του πολέμου αποτέλεσε την αιτία προκειμένου το Σοβιετικό καθεστώς να εξαπολύσει «μια από τις πλέον εμφορούμενες από μίσος και συνέπεια αντιεβραϊκές καμπάνιες του 20ου αιώνα» η οποία για 2 δεκαετίες υπηρέτησε το σκοπό της δαιμονοποίησης «του Εβραϊκού λαού, του Εβραϊσμού, του Σιωνισμού και του κράτους του Ισραήλ».[26] Αυτή η προπαγάνδα, κατευθυνόμενη τόσο προς το εθνικό όσο και προς το διεθνές κοινό, είχε αντίκτυπο στις Αραβικές χώρες καθώς και στο τρίτο κόσμο(sic) και στη Δύση.

Η μετά-1967 προπαγάνδα επαναλάμβανε πολλές από τις κατηγορίες που εξαπολύθηκαν κατά τη σταλινική περίοδο. Ο Σιωνισμός (ξανά ως κωδικός για τους Εβραίους) προβλήθηκε ως η αιχμή του παγκόσμιου ιμπεριαλισμού και της καπιταλιστικής συνομωσίας. Ένα νέο στοιχείο, ωστόσο, περιλήφθηκε: η απεικόνιση του Σιωνισμού ως ρατσιστικού και φασιστικού κινήματος, και η απεικόνιση του κράτους του Ισραήλ ως το νέο «Τρίτο Ράϊχ»:

Ο Σιωνισμός εμφανίσθηκε να εκπορεύεται απο την Ιουδαϊκή έννοια του «διαλεγμένου λαού», και περιγράφηκε ως ρατσιστικό δόγμα το οποίο ενθαρρύνει τον «διαλεγμένο λαό» να καταλάβει και να υποδουλώσει τον μή-Εβραϊκό κόσμο. Με άλλα λόγια, τα Σιωνιστικά σχέδια για Παγκόσμια Ηγεμονία δεν ήταν παρά η εφαρμογή στην πράξη του ίδιου του Ιουδαϊσμού. Προϊόν αυτής της ιδέας, ήταν η ιδεολογική βάση και η πολιτική πρακτική του Εβραϊκού κράτους ως ρατσιστική, φασιστική ή ναζιστική.[27]

Η αντισημιτική επίθεση αναβαθμίστηκε γρήγορα σε επίσημη πολιτική στις υπόλοιπες χώρες του Ανατολικού Μπλόκ. Τα χειρότερα εξελήχθησαν στην Πολωνία, όπου ο αντισημιτισμός ενεπλάκη σε ενα επιχείρημα που βρήκε έδαφος εντός του Κομμουνιστικού Κόμματος. Το καλοκαίρι του 1967 το κόμμα και ο αρχηγός του Κράτους, Wladyslaw Gomulka, εξαπέλυσε μια αισχρή καμπάνια υπό το σλόγκαν «εξαφάνιση της Σιωνιστικής πέμπτης φάλαγγας». Στις αρχές του 1968, όταν ξέσπασαν οι φοιτητικές διαδηλώσεις εναντίον της κυβέρνησης το καθεστώς θεώρησε υπεύθυνο το διεθνή σιωνισμό. Στο όνομα της μάχης ενάντια στο Σιωνισμό, η κυβέρνηση εκκαθάρισε το Κομμουνιστικό Κόμμα, το υπουργείο άμυνας, το πανεπιστήμιο, τον Τύπο και, γενικώς, την δημόσια πολιτιστική ζωή των Εβραίων.[28] Επιπλέον, οι Πολωνικές αρχές κατέγραψαν κάθε ένα Πολωνό εβραϊκής καταγωγής, και το Μάρτιο του 1968 οι υπηρεσίες ασφαλείας της αστυνομίας προώθησαν αντισημιτικές μπροσούρες προερχόμενες κατ’ ευθείαν απο το Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα του ίδιου του Χίτλερ.[29]

Στα 1970 και 1980 ο αντισημιτισμός, υποδυόμενος τον αντι-Σιωνισμό, παρέμεινε δημοφιλής εντός της Σοβιετικής Ένωσης και της Ανατολικής Ευρώπης, ενώ έφτασε στο αποκορύφωμα του την επάυριο του πολέμου του Yom Κippur το 1973, και του πολέμου στο Λίβανο το 1982. Η αντιεβραϊκή ρητορεία δεν υποχώρησε τελικά πρίν την εποχή του Gorbachev, όπου και άλλαξε και η στάση του καθεστώτος απέναντι στο κράτος του Ισραήλ.

Οι αντι-Εβραϊκές πολιτικές του Σοβιετικού καθεστώτος είχαν επίσης αντίκτυπο στο ριζοσπαστικό χώρο της Δύσης. Το παραδοσιακό εργατικό κίνημα, όπως επίσης και η «Νέα αριστερά» (New Left)—ειδικά μετά τον πόλεμο των έξι ημερών—και συχνά άκριτα, αποδέχονταν τις Σοβιετικές αποφάνσεις σχετικά με τους Εβραίους και σχετικά με την κατάσταση στη Μέση Ανατολή. Σειρά από Μαρξιστικές-Λενινιστικές, Τροτσκιστικές και Σταλινικές οργανώσεις ταύτισαν το Σιωνισμό με την κινητήρια δύναμη του παγκόσμιου καπιταλισμού, και το Ισραήλ με το Ναζιστικό κράτος που επιτελεί γενοκτονία αντίστοιχη με αυτή του Ολοκαυτώματος.

Πιο πρόσφατα, αυτές οι ιδεολογικές προβληματικές αναζωογονήθηκαν στο εσωτερικό της Αριστεράς. Προτάσεις που παρουσιάζουν την παγκοσμιοποίηση ως αποτέλεσμα Σιωνιστικής συνωμοσίας, αποτυπώνουν το Ισραήλ ως «Ναζιστικό κράτος», παραλληλίζοντας το με το Τρίτο Ράϊχ, και αποφαίνονται πως η πραγματική δύναμη πίσω απο την Κυβέρνηση Bush είναι Εβραϊκή, δεν είναι ούτε τυχαίες ούτε και μεμονωμένες. Απεναντίας, προκύπτουν εντός μιας πολύχρονης, ιστορικής παράδοσης. Πιο συγκεκριμένα, συνεχίζουν και ανανεώνουν το οπλοστάσιο της αντιεβραϊκής προκατάληψης και των στερεοτύπων που κληροδότησε το παρελθόν, και το οποίο έχει προκαλέσει φρικαλέα αποτελέσματα.

Το Πλαίσιο του Σοσιαλιστικού Αντισημιτισμού

Τα αντισημιτικά στοιχεία της Αριστεράς δεν αφομοιώθηκαν χωρίς να προκαλέσουν διχογνωμίες. Η ιστορία του Σοσιαλισμού είναι συνυφασμένη με μια λαμπρή παράδοση αντι-ρατσισμού, της οποίας οι συμμετέχοντες πάλεψαν άνευ όρων ενάντια στα στερεότυπα και τις προκαταλήψεις—τόσο εντός της ίδιας της Αριστεράς, όσο και εντός της κοινωνίας. Πάραυτα, οι αντιεβραϊκές ιδέες κέρδισαν έδαφος στα πλαίσια ορισμένων ριζοσπαστικών κύκλων. Απο τους πρώιμους Γάλλους σοσιαλιστές μέχρι και σήμερα, η αντιεβραϊκή τάση διασχίζει την ιστορία της Αριστεράς, όπου αντιεβραϊκά κλισέ συναρθρώθηκαν με φαινομενικά προοδευτικές ιδέες.

Σε τι συνίσταται η σύγκλιση αυτή, αριστερίστικων και δήθεν απελευθερωτικών προοδευτικών ιδεών με τα αντισημιτικά κλισέ; Αναγκαστικά, η απάντηση σε ένα μεγάλο βαθμό εξαρτάται από το ιστορικό και γεωγραφικό συγκείμενο. Ωστόσο, θα μπορούσαμε να τονίσουμε ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά. Μεταξύ αυτών, το γεγονός ότι η εικόνα των Εβραίων ως αποδιοπομπαίων τράγων και ανατρεπτικών κοινωνικών δρώντων έχουν μακρά ιστορία και βαθιές πολιτισμικές ρίζες. Παρόλο που οι αντισημιτικές σημασίες έχουν χρησιμοποιηθεί σε νέους σχηματισμούς και υπό διάφορες ιδεολογικές εκφάνσεις, η ιδια η ψυχαναγκαστικότητα που τις κινεί έχει διατηρηθεί. Στον αντισημιτικό λόγο «ο εβραίος» μπορεί να είναι καπιταλιστής και κομμουνιστής, δημοκράτης και τύρρανος, ειρηνιστής και πολεμιστής, αυτός ή αυτή μπορεί να είναι «ορατός και αόρατος, αφομοιωμένος και μη-αφομοιωμένος, πάνω απο το έδαφος αλλά και κάτω από αυτό. Ο Εβραίος μπορεί να είναι παντού και οποιοσδήποτε».[30] Στα πλαίσια αυτά, κανένας πολιτικός χώρος, ούτε και η αριστέρα, δεν έχει ανοσία στις αντισημιτικές ιδέες.

Μια άλλη κεντρική εξήγηση σχετικά με την γοητεία που ασκούν οι αντισημιτικές ιδέες στον σοσιαλισμό είναι το γεγονός ότι ιστορικά το μίσος ενάντια στους Εβραίους εμπεριείχε ενα αντικαπιταλιστικό στοιχείο. Κατά τον Μεσαίωνα οι επιθέσεις εναντίον «εβραικών ενεχυροδανειστηρίων» στηρίζονταν στην εικόνα του Εβραίου ως άπληστου και παρασιτικού χρηματοπιστωτή. Αυτό το στερεότυπο, το οποίο ταυτίζει τους Εβραίους με την οικονομική ευμάρεια, πέρασε στον αντισημιτισμό του 19ου αιώνα, ωστόσο υπό νέα μορφή. Ο βιομηχανικός καπιταλισμός όχι μόνο ταυτίστηκε με τους «Εβραίους» αλλά συχνά νοήθηκε και ως «εβραϊκή επινόηση». Κυρίως όταν ο καπιταλισμός περνούσε κρίσεις, το στερεότυπο του Εβραίου γινόταν ο πολυπόθητος αποδιοπομπαίος τράγος.

Σε μεγάλο βαθμό αυτός ο «αντικαπιταλισμός» υπήρξε αντιδραστικός, με την έννοια ότι η κριτική που ασκούσε στον καπιταλισμό σχετίζονταν με μια εναντίωση στο πνεύμα του Διαφωτισμού. Ο καπιταλισμός όφειλε να αντιπαλευτεί, όχι επειδή εγκυμονούσε την κοινωνική αδικία με την μορφή άνισων κοινωνικών σχέσεων και οικονομικής εκμετάλλευσης, αλλά επειδή αντιπροσώπευε το μοντέρνο και την βιομηχανοποίηση. Η οπτική αυτή δεν εστίαζε στην ιδιοκτησία ή στην ταξική κοινωνία ως τέτοιες. Αντίθετα, οι θιασώτες της έβαζαν το διαχωρισμό μεταξύ «παραγωγικού» εθνικού κεφαλαίου (το οποίο τύχαινε αποδοχής) και «σπέκουλας» εβραϊκου κεφαλαίου (το οποίο τύχαινε αποδοκιμασίας).[31]

Τέλος, ο κύριος λόγος της συγχώνευσης των στερεοτύπων για τους πλούσιους και άπληστους Εβραίους με τις σοσιαλιστικές ιδέες ήταν το γεγονός ότι πολλοί σοσιαλιστές εγκατέλειψαν την κοινωνική ανάλυση, την θέση της οποίας πήραν απλουστευτικά ερμηνευτικά σχήματα και θεωρίες συνωμοσίας. Αντί για μια ανάλυση των βαθύτερων δυναμικών και δομών της καπιταλιστικής και ιεραρχικής κοινωνίας, το τότε ηγεμονικό σύστημα κοινωνικής οργάνωσης κατανοήθηκε ως προϊόν μιάς συνωμοσίας κινούμενης από μια ορισμένη ομάδα ή μυστική ελίτ. Τέτοιες θεωρίες συνωμοσίας, που παραδοσιακά έχουν εστιάσει στον Εβραίους, έχουν εκφραστεί κατα καιρούς σε πλείστες κοινωνικές και πολιτικές συγκυρίες. Σε ότι αφορά την αριστερά έχουν ενσωματωθεί στον αντικαπιταλισμό, στον αντι-ιμπεριαλισμό, στον αντι-Σιωνισμό και στην αντιπαγκοσμιοποίηση. Οι βασικές ιδέες, ωστόσο, παραμένουν οι ίδιες. Όταν οι μπανάλ θεωρίες που κατασκευάζουν αποδιοπομπαίους τράγους αντικαθστούν την συστημική κριτική, τότε οι ξενοφοβικές συμμπεριφορές εξορκίζουν τα ελευθεριακά και προοδευτικά ένστικτα. Η διάδοση δε των προκαταλήψεων συχνά ανοίγει τον δρόμο στην πολιτική αντιδραστικότητα.

Δυστυχώς, οι ανορθολογικές ιδέες σχετικά με τους Εβραίους δεν έχουν φτάσει στο τέλος τους. Απεναντίας, τα τελευταία χρόνια μαρτυρούμε την αναζωπύρωση του αντισημιτισμού, στην Ευρώπη και ανά τον κόσμο, κάτι που αποτελεί πρόκληση για την αριστερά. Η ιστορία δείχνει ότι η αριστερά δεν είναι επουδενί απρόσβλητη από αντισημιτικές και ρατσιστικές σημασίες: και τώρα θα πρέπει να αντιπαλευτούν. Μόνο ενα ριζοσπαστικό Αριστερό κίνημα που είναι ξεκάθαρα αντιρατσιστικό και αντιεθνικιστικό, που θεμελιώνει την κοινωνική κριτική σε ορθολογικές αναλύσεις, θα μπορούσε να ελπίζει στην δημιουργία μιας ελεύθερης και ανθρώπινης κοινωνίας. Κάτι τέτοιο ενέχει τον άνευ όρων αγώνα ενάντια στα αντι-Εβραϊκα στερεότυπα και προκαταλήψεις—ανεξαρτήτως των μορφών έκφρασης και των ιδεολογικών κινήτρων που τα διέπουν.

[1] Εντυπωσιακό παράδειγμα είναι οι θετικές αναφορές του Brendberg στον Αμερικανό ρατσιστή Kevin MacDonald. Σύμφωνα με τον Brendberg, ο MacDonald είναι «αυθεντία στα εβραϊκά ζητήματα», αλλά στην πραγματικότητα είναι ένας Αμερικανός Ναζί διανοούμενος που συγκαλύπτει τις αντιανθρωπιστικές του τάσεις πίσω από «ακαδημαϊκή» ορολογία. Ο MacDonald είναι καθηγητής σε ένα αφανές πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια και είναι γνωστός κυρίως για τη θέση πως οι Εβραίοι έχουν πραγματοποιήσει ένα γενετικό πρόγραμμα με στόχο να κυριαρχήσουν στις άλλες «φυλές». Στα βιβλία του, πέραν τούτου, κατηγορεί τον Μαρξισμό και την Οκτωβριανή επανάσταση ως αποτελέσματα μιας Εβραϊκής συνομωσίας˙ ισχυρίζεται ότι Εβραίοι και Ασιάτες απειλούν να κλέψουν την εξουσία από τους Ευρωπαίους στις Ηνωμένες Πολιτείες και θεωρεί την εισαγωγή «Αφρικανών» γενετικά επικίνδυνη. Στη δίκη εναντίον της Deborah Lipstadt, την οποία ξεκίνησε ο Βρετανός δήθεν ιστορικός και θαυμαστής του Χίτλερ, David Irving, ο MacDonald εμφανίστηκε ως μάρτυρας. Για τον Macdonald, βλέπε: Tor Bach, Sven Johansen, and Lise Apfelblum: “Israeli Writer Is Swedish anti-Semite,” Searchlight (May 2004), στο internet: www.searchlightmagazine.com/index.php?link=template&story=6 .

[2] Steve Silver, “Anti-imperialism of Fools,” Searchlight (Φεβρουάριος 2003), στο internet: www.searchlightmagazine.com/index.php?link=template&story=19 .

[3] Ibid.

[4] Για να αναφέρουμε ένα παράδειγμα: κατά τη διάρκεια της διαμάχης που μαινόταν στη Γαλλία το 1978 σχετικά με τον αρνητή του Ολοκαυτώματος Robert Faurisson, ο «αναρχο-Μαρξιστικός» κύκλος γύρω από το περιοδικό La vielle taupe ανέλαβε την αποστολή να δώσει τέλος στο «αντιφασιστικό consensus». Η εξόντωση των Εβραίων έγινε αντιληπτή ως εμπόδιο για την προσέγγιση μιας αληθινής γνώσης των πραγματικών καταπιέσεων που ξεδιπλώνονταν στον κόσμο˙ έτσι πολύς κόσμος ολόψυχα υποστήριξε τον Faurisson. Ακόμη και ο Noam Chomsky ασχολήθηκε με την υπεράσπιση του Faurisson, αν και με διαφορετικά κίνητρα. Βλέπε Håkon Harket, “Der modern antisemittismen”, στο Trond Berg Eriksen, Håkon Harket και Einhardt Lorenz, eds., Jødehat: Antisemittismens historie fra antikken til i dag (Oslo: N.W. Damn & Søn, 2005), 591-92.

[5] Eric Krebbers και Jan Tas, “Biggest Manifestation of Anti-Semitism since 1945”, μεταφρασμένο από την Der Fabel van de illegal 52/53 (Καλοκαίρι 2002), online στο www.gebladerte.nl/30038v01.htm. Μια τέτοια σύγκριση μεταξύ του Ισραήλ και του Τρίτου Ράιχ απαντήθηκε και στις φιλο-Παλαιστινιακές διαδηλώσεις στη Νορβηγία, όπως επιβεβαιώθηκε από τον συγγραφέα σε αρκετές περιπτώσεις.

[6] Για την Friheten και τις θεωρίες συνωμοσίας που έχουν να κάνουν με τις 9/11, βλέπε Tor Bach, “Friheten sprer antisemittisk løgn”, στο Magazinet Monitor (17 Μαρτίου 2002), www.magazinet-monitor.net/artikler/friheten170302.htm. Η υπόθεση Brendberg ξεκίνησε στις 23 Οκτωβρίου 2002, όταν το χρονικό του “Kven drap Jesus” δημοσιεύτηκε στην Klassekampen.

[7] Einhart Lorenz, “Arbeiderbevegelsen og antisemittismen” στο Eriksen, Harket και Lorenz, Jødehat, 475· μεταφρασμένο από τα Νορβηγικά από τον Atle Hesmyr. Οι Ρότσιλντ ήταν μια εύπορη Εβραϊκή οικογένεια που είχε στην κατοχή της μια τεράστια περιουσία. Στην αντισημιτική λογοτεχνία, τα πλούτη της οικογένειας αυτής αναφέρονται επανειλημμένα για να προωθήσουν μια αντίληψη του Εβραίου ως τέτοιου, ως πλούσιου και άπληστου μεγιστάνα.

[8] Βλέπε Nancy L. Green, “Socialist Anti-Semitism, Defence of a Bourgeois Jew and the Discovery of the Jewish Proletariat: Changing Attitudes of French Socialists before 1914”, International Review of Social History 30 (1985), 374.

[9] Ο Προυντόν παρατίθεται στο Henrik Baeckner, Återkomsten: Antisemitism i Sverige efter 1945 (Stockholm: Bokförlaget Natur och kultur, 1999), 177˙ μεταφρασμένο από τα Σουηδικά από τον Atle Hesmyr.

[10] Murray Bookchin, The Third Revolution: Popular Movements in the Revo­lutionary Era (London and New York: Cassell, 1998), 39.

[11] Ο Toussenel παρατίθεται στο Jehuda Reinhardt and Paul Mendes Flohr, eds., The Jew in the Modern World: a Documentary History (New York: Oxford University Press, 1995), 335.

[12] Ibid., 336ff.

[13] Βλέπε Green, “Socialist Anti-Semitism”, 392-99.

[14] Ο όρος pogrom είναι ρωσικός και αρχικά σημαίνει «καταστροφή». Στις περισσότερες Ευρωπαϊκές γλώσσες σήμερα είναι συνώνυμο με την «δίωξη κατά των Εβραίων».

[15] Håkon Harket, “Russland, Pogromene”, στο Eriksen, Harket και Lorenz, Jødehat, 269.

[16] Οι παραθέσεις αυτές είναι από το Avram Yarmolinsky, Road to Revolution: A Century of Russian Radicalism (New York: Collier Books, 1962), 295.

[17] Ο Μπακούνιν παρατίθεται στο Francis Wheen, Karl Marx (London: Fourth Estate, 2000), 340.

[18] Lorenz, “Arbeiderbevegelsen,” στο Eriksen, Harket & Lorenz, Jødehat, 476.

[19] Ο Μαρξ παρατίθεται στο Reinhardt & Flohr, Jew in Modern World, 325-26. Σε σχέση με την Εβραϊκή ιστορία ο όρος απελευθέρωση υποδηλώνει την απόκτηση αστικών και δικαστικων δικαιωμάτων από τους Εβραίους επί ίσοις όροις με την πλειοψηφία του πληθυσμού. Την εποχή του Μαρξ η απελευθέρωση απείχε ακόμη πολύ από την πραγμάτωσή της. Στην χώρα όπου γεννήθηκε, τη Γερμανία, στους Εβραίους δε δόθηκαν πλήρη αστικά δικαιώματα παρα μόνο το 1869 (στη Βόρεια Γερμανική Ομοσπονδία) και το 1871 (στην ενωμένη Γερμανία).

[20] Βλέπε Lorenz, “Arbeiderbevegelsen,” στο Eriksen, Harket & Lorenz, Jødehat, 477.

[21] Βλέπε Peter Pulzer, The Rise of Political Anti-Semitism in Germany and Austria, αναθεωρημένη έκδοση (Cambridge, Mass.: Harvard University Press, 1988), 252-63, 333.

[22] Ο μύθος της παγκόσμιας εβραϊκής συνωμοσίας έχει μια μακρά διαδρομή στην ευρωπαϊκή ιστορία και έχει ιστορικά εκφραστεί με ποικίλους τρόπους. Το πιο σημαντικό έργο στην διασπορά αυτού του μύθου ήταν το εξαιρετικά παραπλανητικό Τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών. Για μια επισκόπηση των πρωτοκόλλων και της ιδέας της παγκόσμιας Εβραϊκής συνωμοσίας, βλέπε Norman Cohn, Warrant for Genocide: The Myth of the Jewish World Conspiracy and the Protocols of the Elders of Zion (London: Serif, 1996).

[23] Βλέπε Lorenz, “Arbeiderbevegelsen”, στο Eriksen, Harket & Lorenz, Jødehat, 481-82.

[24] Ο.π., 485. Σε ότι αφορά «τα μαύρα χρόνια» στη Σοβιετική Ένωση, βλ. Einhart Lorenz και Izabela A. Dahl, ‘Øst-Europa’, στο ο.π., 563-66.

[25] Βλ. Bachner, Återkomsten, 189, και Lorenz & Dahl, ‘Øst-Europa’, στο Eriksen, Harket και Lorenz, Jødehat, 566.

[26] Αναφ., στο Baeckner, Återkomsten, 190.

[27] Αναφ., ο.π., 190-91.

[28] Ο.π., 196.

[29] Βλ. Lorenz και Dahl, ‘Øst-Europa’, στο Eriksen, Harket, και Lorenz, Jødehat, 569. Το ναζιστικό «Παγκόσμιος Εβραϊσμός» αντικαταστάθηκε από το «Διεθνής Σιωνισμός».

[30] Stephen Eric Bronner, A Rumour about the Jews: Reflections in anti-Semitism and the Protocols of the Elders of Zion (New York: St. Martin’s Press, 2000), 144.

[31] Σε ότι αφορά αυτόν τον αντι-καπιταλισμό, βλ. Pulzer, Rise of Political Anti-Semitism, κυρίως 42-46.

http://www.terminal119.gr/show.php?id=466

Η Προχειρότητα της Πολιτικής είναι η Πολιτική της Προχειρότητας

δημοσιεύω σήμερα ένα πολύ ωραίο άρθρο από το μπλόγκ http://evan5.blogspot.com/ . ρίξτε μια ματιά ..σε ένα από τα αξιόλογα ελληνικά ιστολόγια

Μικρή διάσταση πήρε στην ελλάδα η υπερψήφιση της „Ευρωσυνθήκης της Λισαβόνας“ στο δημοψήφισμα της Ιρλανδίας. Παρά το γεγονός ότι επηρεάζει περισσότερο από τα τυπικά ματς „Κωστάκη – Γιωργάκη“, ή „Αντωνάκη – Ντορούλας“, ελάχιστη σημασία δόθηκε. Μια συνθήκη η οποία βάζει το σύνταγμα της ελλάδας, με το οποίο τόσο μας ζαλίζουν, σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με το ευρωσύνταγμα, θεωρήθηκε είδηση που ανήκει στα „διεθνή θέματα“ και αναφέρθηκε σποραδικά.

Μία απορία έχουμε μόνο: όλοι αυτοί που την πρώτη φορά πανηγύριζαν χωρίς να προσέχουν τι λένε, τι έχουν να πουν τώρα;

„η λαϊκή αγανάκτηση κατά της ΕΕ φουντώνει“ το ΚΚΕ, „ηχηρό ιρλανδικό «ΟΧΙ»“ και „είμαστε όλοι Ιρλανδοί“ ο ΣΥΝ, „νίκη που εκφράζει τις διαθέσεις της πλειοψηφίας των εργαζόμενων και των λαών της Ευρώπης“ η τότε ΕΝ.ΑΝΤΙ.Α, τώρα ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α, μεχρι και το ΛΑΟΣ: „οι αγέρωχοι Ιρλανδοί έσωσαν την τιμή της Ευρώπης“. [1]

Αυτά λέγονταν τότε για την καταψήφιση της συνθήκης. Τώρα, σιωπή. Πού πήγε η λαϊκή αγανάκτηση και το ηχηρό όχι των αγέρωχων ιρλανδών εργαζομένων; Η ανυπαρξία επαφής με την ιρλανδία και η αδυναμία ανάγνωσης του ιρλανδικού εθνικισμού οδήγησαν σε τέτοιες γελοίες δηλώσεις. Το τωρινό „ναι“ δεν ήταν αναμενόμενο, αλλά ούτε έπεσε κανείς στην ιρλανδία από τα σύννεφα. Η άνοδος του δημοσκοπικού „όχι“, η πρωτοκαθεδρία του δημοσκοπικού „ναι“ και κυρίως ο εθνικισμός και των δύο πλευρών, έκαναν το νέο δημοψήφισμα εξαιρετικά αμφίρροπο.

Είχε βουήξει η ιρλανδία για το αμφίρροπο του αποτελέσματος. Εκτός του ότι τόσοι ιρλανδοί έχουν φύγει για τη βρεττανία για να βρουν δουλειά, οπότε η σύνθεση του εκλογικού σώματος διέφερε. Τα ελληνικά κόμματα και οργανώσεις όμως, προφανώς δεν ενδιαφέρθηκαν. Ούτε και ενδιαφέρονται ποτέ. Από τη στιγμή που δεν μπόρεσαν να αυτοεπιβεβαιωθούν στην πλάτη του ιρλανδικού λαού, σιώπησαν.

Αν μιλούσαν, θα έπρεπε να το ψάξουν. Να έρθουν αντιμέτωποι με τον ιρλανδικό εθνικισμό. Να έρθουν αντιμέτωποι με τον δικό τους εθνικισμό. Αυτό τους πέφτει δύσκολο όμως, οπότε αντ‘ αυτού προτίμησαν την προχειρότητα.

[1] Δείτε τις δηλώσεις και τι γράψαμε παλαιότερα για το πρώτο δημοψήφισμα: http://evan5.blogspot.com/2008/09/blog-post_23.html

Marx – Welcome back? 20.-22.11. 2. Marx-Herbstschule

Τριήμερο για τον Μαρξ οργανώνει η ΤΟP Berlin από τις 20 με 22 Νοέμβρη. H TOP Berlin μια από τις συλλογικότητες με περιεχόμενο κατά την άποψη μου κάνει ακόμα ένα ουσιαστικό βήμα στην συζήτηση για τον σύγχρονο Μαρξ. Μεταξύ άλλων θα υπάρξει παρουσίαση /συζήτηση για την κριτική του Antonio Negri στον Παραδοσιακό Ιταλικό Μαρξισμό. Περισσότερα θα δημοσιεύσω σήμερα και αύριο εκτός από την συγκεκριμένη συνάντηση και για την αντεθνική διαδήλωση όπου η TOP Berlin καλεί σε συνεργασία με την Umsganze-Bündnis. < TOP B3RLIN meets ://about blank @ Renate – a communist charity rave

Θα ακολουθήσει ένα rave με djs από το Βερολίνο και αλλού , πολλοί από αυτούς γνωστοί μας από διάφορα άλλα events και clubs όπως από το Bar25
με τους DJs Jake the Rapper (Combination/ Bar 25), Boris (Careless/ Berghain), Peter (Punkt Music/ Whatpeopleplay), James Braun (Copenhagen), AFFKT (Baracca Music, Barcelona), Hof Gutow (Klangsucht), Johannes Vogel (4Augenvögeln).

21.11. / 23 Uhr / Salon Zur wilden Renate

μπορείτε να διαβάσετε και την ανακοίνωση της ΤΟP Berlin στα γερμανικά παρακάτω καθώς και να επισκεφτείτε την σελίδα της εδώ

Die Marx-Herbstschule geht in die zweite Runde. Nachdem wir im letzten Jahr die “Resultate des unmittelbaren Produktionsprozesses” aus den Manuskripten des Kapitals diskutiert haben, soll dieses Jahr vom 20.-22. November daran anschließend der II. Band in Auszügen auf dem Plan stehen, ergänzt durch Passagen aus der neuen MEGA-Ausgabe. Diskutiert werden die zentralen Begriffe des Zirkulations- und Kreislaufprozesses des Kapitals.

Einen zweiten Schwerpunkt der diesjährigen Herbst-Schule bildet die Neue Marx-Lektüre sowie die Diskussion, die sich um Band II ergeben haben. Am Samstagabend wird Antonio Negri über die Kritik am traditionellen Marxismus in Italien und Frankreich und die Entwicklung eines anderen, kritischen Marxismus berichten. Am Sonntag wird die Diskussion betrachtet, die es im Anschluss an den II. Band gegeben hat. Hier wird es insbesondere um Rosa Luxemburg, um die Grenzen der Akkumulation und um die Krisenhaftigkeit des Kapitalismus gehen.

Das insgesamt dreitägige Seminar soll ein weiterführendes Angebot an all diejenigen sein, die bereits eine erste Bekanntschaft mit der Marxschen Kapitalismuskritik gemacht haben und mindestens den ersten Band schon gelesen haben.

Veranstaltet wird die Herbstschule von der Marx-Gesellschaft e.V., dem Berliner Verein zur Förderung der MEGA-Edition, der Rosa-Luxemburg-Stiftung, der Hellen Panke und von TOP B3rlin in Kooperation mit dem Umsganze-Bündnis. Die Herbstschule findet wieder in den Räumen der Rosa-Luxemburg-Stiftung im Haus des Neuen Deutschland, Franz-Mehring-Platz 1 statt. Anmelden könnt ihr euch unter herbstschule at top-berlin.net. Den genauen Ablaufplan des Seminars und die Textgrundlagen bekommt ihr nach eurer Anmeldung per Mail zugeschickt. Hier der Flyer

TOP B3RLIN meets ://about blank @ Renate -
a communist charity rave
mit den DJs Jake the Rapper (Combination/ Bar 25), Boris (Careless/ Berghain), Peter (Punkt Music/ Whatpeopleplay), James Braun (Copenhagen), AFFKT (Baracca Music, Barcelona), Hof Gutow (Klangsucht), Johannes Vogel (4Augenvögeln).

21.11. / 23 Uhr / Salon Zur wilden Renate

english summary

20.-22.11. 2. Marx-Herbstschule (autumn school)

TOP berlin and collaborators (like the working group of the MEGA edition, a new full edition of the works of Marx and Engels, the Marx-Gesellschaft and others) offers a three day workshop on the second volume of Marx‘ Capital.
The discussion will be around the terms of the circulation of capital and on the second day Antonio Negri will report about the critique of traditional Marxism in Italy and France and about the development of another, critical Marxism. On the last day the focus will lie on the debates around the second volume, especially focusing on Rosa Luxemburg, the limits of accumulation and crisis-laden capitalism. Participants should have at least read the first volume to take part in this weekend. You have to register via email to get the details.
On the night of the 21. nov, there will be a party: TOP B3RLIN meets ://about blank @ Renate

Die Parole bleibt: kompromisslose Solidarität mit Israel

or Leftwingers can never be antisemites

δημοσιεύτηκε στο blog http://dieschwulezeit.blogspot.com/

Η αναγωγή αυτής της θρησκείας σε φυλή είναι μια ρατσιστική θεωρία, αυτή του αντισημιτισμού

Ο αντισημιτισμός δεν είναι μόνον μια ρατσιστική θεωρία, και είναι αντισημιτικό να πιστεύει κάποια κάτι τέτοιο.

Υστερα από όλα αυτά θα περίμενε κάποιος πως όταν θα ερχόταν η στιγμή που θα έκαναν το δικό τους κράτος-έθνος, έστω και στηριγμένο στη μυθολογία και όχι στην Ιστορία, θα ήταν κράτος πρότυπο ανθρωπισμού και αλληλεγγύης.

Υπονοεί ο αριστερός πως υπάρχει έστω ένα κράτος που „στηρίζεται“ στην „Ιστορία“, και όχι στην εθνική αφήγηση-μυθολογία; Δεν γνωρίζει ο αριστερός πως το Εβραϊκό Κράτος ως Κράτος που κτίσθηκε από τις επιζήσασες του Ολοκαυτώματος και ως τελευταίο καταφύγιο των απανταχού αντικειμένων του αντισημιτισμού, είναι πρότυπο ανθρωπισμού και αλληλεγγύης;

Στην πράξη έγινε το αντίθετο. Ο ΟΗΕ με έρευνα που έκανε στη Λωρίδα της Γάζας βρήκε αποδείξεις που ενοχοποιούν το Ισραήλ για εγκλήματα πολέμου. Και αυτό σημαίνει πως το Ισραήλ πρέπει να οδηγηθεί σε μια νέα Νυρεμβέργη. Το ίδιο βέβαια και η Χαμάς.

Στην Νυρεμβέργη δικάστηκαν τα SS, η Wehrmacht (δια των Keitel-Jodl), τα πλέον υψηλόβαθμα στελέχη του 3. Reich εκπροσωπώντας τους επιμέρους θεσμούς και μηχανισμούς του Εθνικοσοσιαλιστικού Κράτους.

Και φυσικά ο αριστερός μας θέλει να οδηγήσει τις Εβραίες σε μια „νέα Νυρεμβέργη“, ώστε να αποκατασταθεί η αλήθεια: „Εξίσου, αν όχι περισσότερο εγκληματίες από τις Ναζί είναι οι Εβραίες. Συνεχίζουν να επιβιώνουν!“

Αλλά οι αριθμοί των θυμάτων δίνουν μια άλλη διάσταση: 1.400 νεκροί από την πλευρά των Παλαιστινίων, 13 από την πλευρά των Ισραηλινών. Τι πιθανότητες έχει το Ισραήλ να συρθεί στο Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο της Χάγης;

Αφού μπήκαμε στην, καθόλου εύστοχη πολικά, λογική της δικονομίας, να σημειώσουμε ότι από αυτής της άποψης, οι Εβραίες είναι απολύτως δικαιολογημένες να εξοντώνουν ακόμη και 500 γκογίμ για κάθε μία Εβραϊκή ζωή. It’s pure statistics.

στην ουσία το κράτος του Ισραήλ «τοποθετήθηκε» στην Παλαιστίνη από τη Δύση. Και ιστορικά έπαιξαν τον ρόλο της τελευταίας Σταυροφορίας, όσο και αν δεν το έκαναν στο όνομα του χριστιανισμού. Η Δύση ενδιαφέρεται να έχει ένα «κάστρο» στην καρδιά του αραβικού κόσμου.

Οι Σιωνίστριες που αγωνίστηκαν σε πείσμα και ενάντια στην „Δύση“ για να οικοδομήσουν το Ισραήλ, που η „Δύση“ έστειλε τα πλοία των πίσω, που είδαν την „Δύση“ σχεδόν να τις εξαλείφει, που πάλεψαν για την διεθνή αναγνώριση του Κράτους των, το γνωρίζουν αυτό;

και η απάντηση… στους τερμιναλ

Ρένα Μόλχο

[ Σεπτέμβριος / 2009]

Προς

Τη συντακτική επιτροπή

του Terminal 119 και

Του περιοδικού Konkret

Η ιδιότητά μου ως ειδικού σε ζητήματα ιστορίας του ελληνικού εβραϊσμού και η πρόσφατη συνεργασία μου με τα μέλη του Terminal 119 για ζητήματα που άπτονται του αντισημιτισμού και του Ολοκαυτώματος στην Ελλάδα, μου υπαγορεύουν το δικαίωμα και την υποχρέωση να απαντήσω στην άστοχη και προκλητική επιστολή που απευθύνουν στο περιοδικό Konkret με τίτλο «Ελληνική μυθολογία» με πρόσχημα το άρθρο του Eberhad Rondholz,”Im Namen des Volkes”.

Και εξηγούμαι : Είναι βέβαιο ότι η επιστολή τους που δήθεν παραπέμπει σε «ορισμένα ακραία λάθη» του παραπάνω αρθρογράφου αποτελεί πρόφαση για να επιδείξουν τις πρόσφατα αποκτημένες γνώσεις των Terminal 119 που τα νεαρά μέλη τους άντλησαν πρόχειρα από δικά μου και άλλα κείμενα για τον αντισημιτισμό στην Ελλάδα. Το πρόβλημά τους είναι ότι δεν ενδιαφέρονται και επομένως δεν γνωρίζουν σχεδόν τίποτε για την άλλη όψη του ζητήματος δηλαδή της συμπεριφοράς εκείνων των Ελλήνων Χριστιανών που στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής βοήθησαν στη διάσωση Ελλήνων Εβραίων οι οποίοι επέζησαν της καταστροφής. Όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο συγγραφέας Eberhad Rondholz οι Ελληνες αυτοί βοήθησαν πρόθυμα τους Εβραίους που διασώθηκαν, είτε επώνυμοι ήταν όπως ο αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός που έκανε γενναίες δηλώσεις κατά των Γερμανών και ψεύτικες βαπτίσεις Εβραίων, ή ο τότε διευθυντής της αστυνομίας Αθηνών Α.Εβερτ που τους προμήθευσε πάμπολλες πλαστές ταυτότητες, είτε ιδιώτες που έκρυψαν εβραίους συμπολίτες τους στα σπίτια τους ή στα χωριά τους με κίνδυνο της ζωής τους, ή μέλη της Αντίστασης που φυγάδεψαν άτομα στη Μ.Ανατολή ή στα κέντρα αντίστασης στο βουνό. Ολοι αυτοί οι Ελληνες, όσοι και αν ήταν, υπήρξαν πολύ πιο τολμηροί και πιο αλληλέγγυοι από άλλους Ευρωπαίους ή Βαλκάνιους Χριστιανούς, πολλοί από τους οποίους είτε κατέδιδαν κατά κόρον Εβραίους όπως οι Γάλλοι και οι Ολλανδοί ή δημιούργησαν και διηύθυναν τα στρατόπεδα εξοντώσεως όπου εκτελούσαν οι ίδιοι τους Εβραίους τους όπως π.χ.στις βαλτικές χώρες, την Κροατία, την Ρουμανία κ.ά. Φυσικά ο Eberhad Rondholz έχει την πείρα και τις γνώσεις ώστε να μπορεί να κάνει τις απαραίτητες συγκρίσεις.

Το ερώτημα είναι αν είναι δυνατόν ευαισθητοποιημένοι πολιτικά και κοινωνικά νέοι να πιστεύουν ότι μπορούν να πείσουν παραβλέποντας τις αποχρώσεις σε ανάλογα ζητήματα και να πιστεύουν ότι προκειμένου να προβληθούν μπορούν να διασύρουν έγκριτους και νηφάλιους δημοσιογράφους με τεράστιο και πρωτοποριακό δημοσιευμένο έργο όπως ο Eberhad Rondholz, και ειδικά σε ζητήματα Κατοχής στην Ελλάδα. Το χειρότερο είναι ότι φαίνεται πως τα περισσότερα μέλη του Terminal 119 δεν διάβασαν καν το άρθρο του επειδή δεν γνωρίζουν τα γερμανικά και ότι βασίστηκαν στις εντυπώσεις και προσυπέγραψαν τα λάθη ενός γερμανού μέλους τους που συνέταξε την επιστολή γιατί πως αλλοιώς εξηγείται ότι ο συνοικισμός Κάμπελ (Από τον J.Campbell) μεταβάλλεται και σημειώνεται ως Kabel, που στα γερμανικά είναι «καλώδιο», ότι ο συντάκτης κατηγορεί τον Ε.Ρ. ότι αναφέρεται στη Δανία ένω δεν υπάρχει καμία τέτοια αναφορά στο άρθρο του, ότι εκτοπίστηκαν το 50% των Εβραίων της Αθήνας, αντί 600 μόνον που πράγματι συνελήφθησαν από τους 10.000 που είχαν συγκεντρωθεί στην πρωτεύουσα από όλες τις κοινότητες κ.ά. γνωστά στοιχεία που έχουν εδώ και χρόνια δημοσιευθεί σε έγκριτα και τεκμηριωμένα έργα, περιοδικά και συνεντεύξεις επιζώντων.

Τέλος, θα ήθελα να μου εξηγήσουν τα μέλη του Terminal 119 πως γίνεται εφόσον πράγματι ενδιαφέρονται για τον αντισημιτισμό στην Ελλάδα να παραγνωρίζουν την συμβολή του άθρου του ΕΡ, ενός εκ των τριών που δημοσιεύθηκαν διεθνώς, όπου ουσιαστικά καταδεικνύεται και καταγγέλλεται η κλιμάκωση του αντισημιτισμού στη σημερινή Ελλάδα, σε σχέση με την υπόθεση Πλεύρη, και το χειρότερο η αλλοτρίωση της Δικαιοσύνης, της Κοινωνίας, της Πολιτικής και της Διανόησης στην χώρα μας.

Ρένα Μόλχο

Ανοιχτή επιστολή προς την συντακτική επιτροπή του «Konkret»

http://www.cafemorgenland.net/archiv/2009/2009.08.16_greek_mythology_gr.htm

Ελληνική μυθολογία

Στο τεύχος σας 6/2009 δημοσιεύτηκε ένα άρθρο με τον τίτλο «στο όνομα του Λαού», σχετικά με την αθώωση του νεοναζί Πλεύρη από αθηναϊκό δικαστήριο. Με το παρόν θέλουμε να επιστήσουμε τη προσοχή σε ορισμένα ακραία λάθη του αρθρογράφου Eberhard Rondholz.

Μας εκπλήσσει από που και με πια στοιχεία εκφράζεται η αντίληψη ότι «η Ελλάδα άνηκε στις λίγες από τους γερμανούς καταχτημένες χώρες, στις οποίες οι εβραίοι σχεδόν παντού μπορούσαν να υπολογίσουν σε προστασία και βοήθεια».

Ακόμα χειρότερα: Αυτή η αντίληψη ενισχύει τον ήδη διαδεδομένο μύθο για τη τάχα μου βοήθεια και συμπαράσταση των χριστιανών ελλήνων προς τους εβραίους συμπατριώτες τους. Απαριθμούμε ορισμένα μόνο από την πληθώρα στοιχείων, ξεκινώντας από παλιότερα για να καταδείξουμε ότι ο αντιεβραϊσμός και αντισημιτισμός ήταν και είναι ένα από την σύσταση της ελληνικής κοινωνίας μέχρι σήμερα εποικοδομητικό στοιχείο της.

1) Πριν το Άουσβιτς. Το 1931 πραγματοποίησαν 2.000 έλληνες εθνικιστές ένα πογκρόμ στην εβραϊκή συνοικία Καμπελ της Θεσσαλονίκης. Η συνοικία καταστράφηκε εντελώς. 10.000 έλληνες εβραίοι αναγκάστηκαν να μετακομίσουν στην Παλαιστίνη για να σωθούν. Μερικά χρόνια νωρίτερα, μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1917 (στην οποία όλες σχεδόν οι εβραϊκές συνοικίες της Θεσσαλονίκης καταστράφηκαν), κατέσχεσε ο τότε πρωθυπουργός Βενιζέλος τις περιουσίες των ελλήνων εβραίων και τους επέτρεπε να ζουν μόνο έξω από το κέντρο της πόλης. Με ειδικούς νόμους, τους ανάγκασε να ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα σε ξεχωριστά από τους υπόλοιπους πολίτες εκλογικά κέντρα, απαγόρεψε το Σάββατο σαν αργία τους και τους ανάγκασε να δεχτούν τη Κυριακή σαν αργία κλπ. Αυτά μόνο μερικά από τα μέτρα διακρίσεων που επεβλήθησαν.

Το αντιεβραϊκό μίσος ήταν τόσο παλιό όσο και οι πολυάριθμες σφαγές ενάντια στον εβραϊκό πληθυσμό στην περίοδο της επανάστασης των «ελλήνων» ενάντια στους Οθωμανούς, μια και οι εβραίοι θεωρούνταν ως φιλικοί προς τους Οθωμανούς (η γνωστότερη σφαγή ήταν αυτή της Τριπολιτσάς, όπου εξοντώθηκαν 32.000 εβραίοι και τούρκοι, σχεδόν όλα τα θύματα γυναικόπαιδα. Αυτή ακριβώς η σφαγή ενέπνευσε μάλιστα τόσο τον εθνικό ποιητή Σολωμό, που την εγκωμίασε ποιητικά με το ποίημα του «ο ύμνος για την ελευθερία» και που έγινε ο εθνικός ύμνος της Ελλάδας!)

2) Περίοδος της αντίστασης. Πριν το πόλεμο ζούσαν στην Ελλάδα 80.000 εβραίοι σε συνολικά 31 κοινότητες. Στο ολοκαύτωμα εξοντώθηκε από τους γερμανούς το 87% του εβραϊκού πληθυσμού, στην Θεσσαλονίκη μάλιστα το 96%. Η Ελλάδα ανήκει δηλαδή στις χώρες με τα μεγαλύτερα ποσοστά εξόντωσης (στην Δανία πχ. που σύμφωνα με τον αρθρογράφο δεν τους βοήθησε κανείς, εξοντώθηκε το 2%). Σημαίνει δηλαδή με αυτή τη λογική ότι αν οι έλληνες χριστιανοί «βοηθούσαν» λιγότερο, θα σωζόταν περισσότεροι?
Όχι φυσικά. Ο ελληνοχριστιανικός πληθυσμός όχι μόνο στην συντριπτική πλειοψηφία του δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον για το πεπρωμένο των συμπατριωτών του αλλά και ότι σε πάρα πολλές περιπτώσεις χάρηκε για τις συλλήψεις των συμπατριωτών του και το αξιοποίησε μάλιστα με «κέρδος».

Η οργανωμένη αντίσταση (εαμ/ελας) όχι μόνο δεν κούνησε ούτε ένα δακτυλάκι της αλλά δεν έδωσε και την ελάχιστη σημασία στην εκτόπιση και εξόντωση. Στο σύνολο του αντιστασιακού τύπου (που έβγαινε τότε σε εκατοντάδες χιλιάδες αντίτυπα) δεν αναφέρονται ούτε με μια λέξη οι μαζικές συλλήψεις και οι εκτοπίσεις! Μέχρι σήμερα κρατούνται ερμητικά κλειστά στα αρχεία τους οι αποφάσεις των οργάνων του εαμ, του ελας και κκε σε σχέση με στάση τους να μην κάνουν τίποτε, μια και αυτή η στάση τους δεν ταιριάζει στους με επιμονή διαδεδομένους μύθους για ακηλίδωτη αντίσταση. Για αυτό καλύτερα να σκεπαστούν με το πέπλο της σιωπής…

Οι μεμονωμένες περιπτώσεις, που αναφέρει και ο αρθρογράφος (αλλά και άλλες, ακόμη και από τοπικές ομάδες του εαμ/ελας) που φυσικά αξίζουν όλο μας το σεβασμό και αναγνώριση ήταν μόνο από ιδιωτική ή τοπική πρωτοβουλία. Η στάση της απόλυτης πλειοψηφίας του χριστιανικού πληθυσμού απέναντι στους εκτοπισμούς και στο ολοκαύτωμα ήταν είτε ουδέτερη είτε θετική (λόγω του επικρατούντα αντισημιτισμού αλλά και λόγω των -μετά τους εκτοπισμούς – ακολουθούντων πλιάτσικων και κατασχέσεων των περιουσιών των ελλήνων εβραίων). Έτσι ούτε οι προσπάθειες του αρχιεπισκόπου δαμασκηνού αλλά και άλλων, δεν μπόρεσαν να αποτρέψουν την εξόντωση σχεδόν του ήμισυ των εβραίων της Αθήνας (από τους 3.500 μόνο 1.800 σώθηκαν). Επομένως η έκφραση ότι «έσωσε τους περισσότερους αθηναίους εβραίους» είναι, τουλάχιστον από μαθηματικής πλευράς λάθος.

Στην υπόλοιπη Ελλάδα δεν ήταν καλύτερα. Στην Ρόδο πχ. από τους 2.200 εβραίους εξοντώθηκαν 2.000 (όταν εκεί το 2002 γινόταν η ανέγερση του μνημείου του ολοκαυτώματος, ήταν αυτό δυνατόν μόνο με την φύλαξή του από την αστυνομία επί 24ωρου βάσεως, λόγω των επιθέσεων ενάντια στούς εργάτες και στο κτίσμα από «αντιστεκόμενους» έλληνες.

Στα Ιωάννινα από τους 1.850 εξοντώθηκαν 1.860 (πριν 3 εβδομάδες καταστράφηκαν πάλι ταφόπετρες στο εκεί εβραϊκό νεκροταφείο, για τρίτη μέσα σε μερικούς μήνες φορά).
Σήμερα υπάρχουν μόνο 9 από τις 31 κοινότητες με ελάχιστα μέλη. Η εβραϊκή ζωή έχει σχεδόν εξαφανιστεί από την Ελλάδα. Αυτοί οι ακραίοι αριθμοί ήταν δυνατοί, γιατί ο πληθυσμός και η αντίσταση ΔΕΝ τους συμπαραστάθηκε και ΔΕΝ τους βοήθησε, όπως πχ. στην γειτονική Βουλγαρία (εκεί σώθηκε το 90% του εβραϊκού πληθυσμού).

3) η στάση του πληθυσμού. Στις 11 Ιουλίου του 1942 διέταξαν οι γερμανοί τους εβραίους της Θεσσαλονίκης, να μαζευτούν όλοι όσοι ήταν μεταξύ 18 και 45 χρονών, στην πλατεία ελευθερίας. Οι ελληνορθόδοξοι μαζεύτηκαν επίσης… εθελοντικά.. περίεργοι…μαζικά, για να απολαύσουν το θέαμα. Έτρωγαν ηλιόσπορα (παραδοσιακό έθιμο σε υπαίθριες εκδηλώσεις) και γλεντούσαν με τα «καψώνια» που έκαναν οι γερμανοί στους εβραίους, οι οποίοι έπρεπε να ανεχτούν όλους τους εξευτελισμούς σε μορφή γυμναστικής. Όταν κάποιος από τα θύματα τους δεν άντεχε και έπεφτε, έβαζαν τα σκυλιά τους κατά πάνω του, κάτω από τα γέλια των χριστιανών θεατών.

Όταν οι εβραίοι αναγκάστηκαν να φοράν το κίτρινο άστρο, έγραφε η «απογευματινή», εκφράζοντας τα συναισθήματα των αναγνωστών της „από τώρα θα είναι οι δρόμοι γεμάτοι φωτεινά αστέρια, που θα φοράνε οι σκατοεβραίοι».

Στην διάρκεια ακόμη της εκτόπισης των εβραίων της Κέρκυρας, εισέβαλε ο ελληνικός όχλος στην εβραϊκή συνοικία και επιβλήθηκε στο πλιάτσικο της. Ο δυναμισμός του ήταν τόσο ακραίος που ανάγκασε τους γερμανούς να βγάλουν ένα διάταγμα απειλώντας με εκτέλεση τους πλιατσικολόγους (ως γνωστό οι γερμανοί έκαναν ακόμη και τα μεγαλύτερα τους εγκλήματα με τάξη).

Οι ίδιες εικόνες στα Ιωάννινα, στη Ρόδο, στην Θεσσαλονίκη, για να αναφέρουμε μόνο τις μεγαλύτερες κοινότητες.

Στην Θεσσαλονίκη εκπλήρωσαν οι γερμανοί (για να κερδίσουν τη συνεργασία των ελλήνων) το επί 15 χρόνια ανοιχτό αίτημα τους και τους πρόσφεραν το παλιότερο εβραϊκό νεκροταφείο της Ευρώπης, με πάνω από 300.000 τάφους, ελεύθερο προς κατάσχεση και πλιάτσικο.

Μια εβδομάδα μετά την διορία μεταφοράς των λείψανων, εισόρμησαν οι χριστιανοί έλληνες στο νεκροταφείο και ξήλωσαν ότι μπορούσαν να κουβαλήσουν. Μέχρι και σήμερα συναντά κανείς ταφόπετρες από το νεκροταφείο, είτε σε σκάλες, είτε σε ταράτσες και τοίχους είτε σε αυλές σαν διακοσμητικό στοιχείο (έχτισαν μάλιστα με τις ταφόπετρες ακόμη και εκκλησία, τον άγιο Δημήτριο)

Συνολικά, κατασχέθηκαν και καταστράφηκαν 550.000 τμ. Πάνω στο νεκροταφείο κτίστηκε το αριστοτέλειο πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Οι έλληνες καθηγητές και οι νέοι διδάσκουν και μαθαίνουν – επί λέξη – για την ζωή, πάνω στα λείψανα των εβραίων. Και κάπου-κάπου πραγματοποιούνται εκεί και τελετές απονομής τιμητικών τίτλων και μεταλλίων για ανθρωπισμό και άλλα επαγγέλματα…

«Όταν βγήκαν οι νόμοι της Νυρεμβέργης» γράφει η ιστορικός Ρένα Μόλχο «οι εβραίοι αφέθηκαν μόνοι και αβοήθητοι».

Σύμφωνα με τον Σταυριανό, ένα τρίτο του χριστιανικού πληθυσμού της Θεσσαλονίκης είχε κέρδος από την εκτόπιση και το ολοκαύτωμα, γύρω στα 50.000 άτομα. Όταν οι ελάχιστοι επιζώντες γύρισαν πίσω, δεν μπορούσαν να μπουν στα σπίτια τους, γιατί είχαν ήδη καταληφθεί. Επιζώντες και οι απόγονοι τους, περιγράφουν τις πολύχρονες δικαστές προσπάθειες τους, να πάρουν πίσω τα σπίτια τους! Με ελάχιστη επιτυχία. Μόνο 5% των επιζώντων και των απόγονων τους επανέκτησαν τα σπίτια τους. Από τα 12.000 κτίρια που κατασχέθηκαν, μόνο 300 επανήλθαν στους ιδιοκτήτες τους. Από αυτά μόνο 30 ήταν σε κατοικήσιμη κατάσταση (ανάμεσα στα αλλά και επειδή πολλοί έλληνες τα κατέστρεφαν, ή σκάβανε υπόγεια και τοίχους για να ανακαλύψουν «τις λίρες των εβραίων»). Από τα 2.300 μαγαζιά και επιχειρήσεις μόνο 50 επιστράφηκαν. Αυτοί οι αριθμοί λενε μόνο ότι ίσως ήταν καλύτερα για τους εβραίους της Θεσσαλονίκης εάν η ελληνική κοινωνία στέκονταν αδιάφορη απέναντι στην τύχη των εβραίων.

4) Σήμερα
Ακόμη και για σήμερα δεν μπορούμε να μιλάμε για αδιαφορία.
Στη διάρκεια της δίκης (περιλαμβανόμενης και της έφεσης) προσφέρθηκε η αντιεξουσιαστική εφημερίδα «Βαβυλωνία» σαν μάρτυρας υπεράσπισης του Πλεύρη, για να προστατέψει την «ελευθερία του λόγου», όπως έγραφε.

Στη διάρκεια της δίκης καλούσε η ελληνική αντιφα να μην υποστηριχτεί το ΚΙΣ διότι όπως έγραφε, πρόκειται για πράκτορες του Ισραήλ!

Στην διάρκεια της δίκης είχε μετατραπεί η ισραηλινή πρεσβεία σε λαϊκό προσκύνημα αριστερών και ακροαριστερών ομάδων, όπου σε εβδομαδιαία διαστήματα διαδήλωναν ενάντια στο Ισραήλ, λόγω του πόλεμου στην Γάζα.

Στη διάρκεια της δίκης βεβηλώνονταν συναγωγές (πχ. Βόλος) από ακροαριστερές ομάδες
με αντισημιτικά συνθήματα.

Όχι αδιαφορία αλλά απόλυτη συνένωση, σε ότι αφορά τους εβραίους, ισχύει ανάμεσα στον πληθυσμό και ανάμεσα στην αριστερά.

Για αυτό ακριβώς τον λόγο και για κανέναν άλλο δεν υπάρχουν ανοιχτές αντιπαραθέσεις σε αυτό το θέμα. Γιατί να τσακώνονται για την τύχη των εβραίων όταν υπάρχει ομοφωνία?

Και να ολοκληρώσουμε, το πασοκ με τον απαίσιο αντισημιτισμό του δεν στέκει μόνο του. Η εφημερίδα του ΚΚΕ ο ριζοσπάστης, δημοσιεύει στην ιστοσελίδα του – σύμφωνα με το σλόγκαν , μια εικόνα λεει περισσότερα από χίλια λόγια- εδώ και χρόνια σε κάθε ευκαιρία μια γραφική εικόνα, στην οποία τα άστρα της σημαίας των ηπα μετατρέπονται πρώτα σε άστρα του Δαβίδ και μετά σε αγκυλωτούς σταυρούς.

Η ριζοσπαστική εφημερίδα της αριστεράς «Πριν» του ΝΑΡ, του κόμματος στο οποίο ήταν υποψήφια η Jutta Ditfurth στις ευρωεκλογές του 1999, είχε σαν κύριο τίτλο της το 2006, «Εβραίοι δολοφόνοι θα πληρώσετε» κλπ., κλπ.

Ο αντισημιτισμός είναι σήμερα στην Ελλάδα (στην μορφή του αντισιωνισμού, αλλά όχι μόνο) μια από τις σημαντικότερες προϋποθέσεις για κέρδος μελών και δυναμώματος των αριστερών γραμμών. Με αφορμή τη διένεξη στην μέση ανατολή, βεβηλώνονται μνημεία ολοκαυτώματος, (πχ. το 2006 από το κκε στην Θεσσαλονίκη), λερώνονται συναγωγές, δυσφημίζεται το ΚΙΣ σαν πράκτορες κλπ. (ο στο κείμενο αναφερόμενος αντιφασίστας και ακούραστος αγωνιστής ενάντια στον αντισημιτισμό και ρατσισμό Ανδρέας Χριστινίδης ανήκει – πιο σωστά ανήκε* – στις ελάχιστες σταγόνες στον αντισημιτικό ωκεανό).
Η καταστροφική κατάσταση στην Ελλάδα σήμερα φαίνεται καθαρά και από τους επικριτές και τις καταγγελίες τους για την αθώωση του Πλεύρη από το αθηναϊκό δικαστήριο. Θεωρούν την απόφαση ντροπή γιατί αυτό θα βλάψει «την ελληνική δικαιοσύνη στην Ευρώπη και σε όλο τον κόσμο» (αντί να χαίρονται… ότι κάτι είναι και αυτό).

Με φιλικούς χαιρετισμούς

Terminal 119
για την ατομική και κοινωνική αυτονομία,
Θεσσαλονίκη, 17.06.2009

*Ο Ανδρέας Χριστινίδης πέθανε σε ηλικία 78 ετών στις 2 Ιουνίου 2009 στην Αθήνα

ΥΓ. Η δημοσίευση του παρόντος στο περιοδικό σας είναι επιθυμητή, με τη προϋπόθεση όμως να μην περικοπεί αλλά να δημοσιευθεί ολόκληρο.

Εξήντα έξι συλλήψεις στο Πίστσμπουργκ

Εξήντα έξι άνθρωποι που διαδήλωναν εναντίον της συνόδου κορυφής της Ομάδας των 20 (G20) συνελήφθησαν χθες, Πέμπτη, από την αστυνομία του Πίτσμπουργκ κατά τη διάρκεια διαφορετικών διαδηλώσεων, ανέφερε σήμερα σε ανακοίνωση Τύπου το FBI.

Τρεις διαδηλωτές και δύο αστυνομικοί έχουν τραυματιστεί ή υποφέρουν από τις παρενέργειες των δακρυγόνων.

Τουλάχιστον 19 μαγαζιά, τα περισσότερα από τα οποία βρίσκονται κοντά στο πανεπιστήμιο του Πίτσμπουργκ, έχουν κατεστραμμένες βιτρίνες ή πόρτες.

Οι περισσότεροι διαδηλωτές που συνελήφθησαν είναι νεαρής ηλικίας, περίπου 20 ετών, ενώ ένας από αυτούς ήταν ανήλικος.

source http://globalnewswire.wordpress.com

Η δύναμη στις Eπιχειρήσεις; Η Νεοφιλελευθεροποίηση των Κοινωνικών Κινημάτων

Της Ida Elisabeth Hammer
http://antispe-gr.blogspot.com/2009/09/e.html

Μια κυρίαρχη παρερμηνεία είναι ότι η χορτοφαγία* απλά σημαίνει την αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες ανεξάρτητων ατόμων και ότι αυτό θα οδηγήσει στη κοινωνική αλλαγή. Εντούτοις, αυτή η σύγχυση της χορτοφαγίας με τον καταναλωτισμό ως στρατηγική για την αλλαγή, είναι μια αρκετά πρόσφατη ανάπτυξη που έχει τις ρίζες της στα τέλη της δεκαετίας του ’70 με την άνοδο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας· προερχόμενη έξω από τη χορτοφαγία.

Μια χθεσινή τοποθέτηση περιλάμβανε ένα απόσπασμα από το «A Discussion with Tom Regan», τυπωμένο από την Ahimsa του Οκτωβρίο /Δεκεμβρίο 1987, όπου ο Regan λέει:

«Οι άνθρωποι σκέφτονται τους ακτιβιστές ως ανταγωνιστές στην αντιπαράθεση, και ούτω καθεξής. Σκέφτομαι τους ακτιβιστές ως ανθρώπους με χαρτονομίσματα στο πορτοφόλι· αυτός είναι ο τρόπος που σκέφτομαι πραγματικά τους ακτιβιστές.

Ακτιβιστής είναι ο καθένας που πηγαίνει στην αγορά με ένα δολάριο στο χέρι, ο οποίος λέει “θα αγοράσω αυτό παρά αυτό επειδή έχει κάτι να κάνει με τον τρόπο που μεταχειρίζονται τα ζώα”».

Αυτό το απόσπασμα αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα της νεοφιλελευθεροποίησης των κοινωνικών κινημάτων. Ενώ η νεοφιλελευθεροποίηση στοχεύει τη χορτοφαγία*, στοχεύει και τα κοινωνικά κινήματα για μια αλλαγή γενικά. Για παράδειγμα, το πράσινο κίνημα πάσχει επίσης από τη νεοφιλελευθεροποίηση, όπου βλέπουμε «τους πραγματικούς ακτιβιστές» ως μεσοαστούς καταναλωτές που αγοράζουν τα πάντα, από τις λάμπες φθορίου στα μεγάλα super market μέχρι τα Toyota Prius. Αυτό είναι σε άμεση αντίθεση με το πράσινο κίνημα της δεκαετίας του ’60, όπου κυρίως γυναίκες από κοινότητες της εργατικής τάξης και έγχρωμες κοινότητες πάλεψαν για την περιβαλλοντική δικαιοσύνη μέσω της δημόσιας υπευθυνότητας και του ελέγχου της κυβέρνησης και της βιομηχανίας.

Η νεοφιλελευθεροποίηση των πολιτικών κινημάτων υποστηρίζεται από τη ρητορική της «δύναμης του καταναλωτή». Αυτό είναι το νόημα του αποσπάσματος του Regan – ότι ως καταναλωτές έχουμε τη δύναμη να δημιουργήσουμε την αλλαγή «ψηφίζοντας με τα χρήματά μας». Έτσι «ψηφίζουμε» για «αυτόν παρά αυτόν επειδή αυτό έχει κάτι να κάνει με τον τρόπο που μεταχειρίζονται τα ζώα», ή με την κατανάλωση ενέργειας, ή οποιοδήποτε ζήτημα. Αλλά αυτή η «δύναμη του καταναλωτή» είναι ένας μύθος.

Σε αυτή την κατάσταση η δύναμη δεν ανήκει στον καταναλωτή, αλλά στα χέρια των εταιριών που κατασκευάζουν τα καταναλωτικά αγαθά. Σε τελευταία ανάλυση, οι καταναλωτές δεν ελέγχουν τα μέσα της παραγωγής, αλλά οι εταιρίες. Έτσι ενώ οι εταιρίες διατηρούν τον έλεγχο, η ρητορική της «καταναλωτικής δύναμης» μετατοπίζει την ευθύνη προς το μεμονωμένο καταναλωτή. Αυτό ενισχύει τη νεοφιλελεύθερη ρητορική «της προσωπικής ευθύνης» που χρησιμοποιείται για να αποσυναρμολογήσει τα κοινωνικά προγράμματα που δημιουργούνται για να επιληφθούν της κοινωνικής καταπίεσης.

Επιπλέον, η ρητορική του «ψηφίζουμε με χρήματα» κρύβεται πίσω από τη ρητορική της «δημοκρατίας» η οποία στην πραγματικότητα σημαίνει αυξανόμενο εταιρικό έλεγχο στις ζωές μας. Οι νεοφιλελεύθεροι πολιτικοί, και οι Δημοκρατικοί και οι Ρεπουμπλικάνοι στις ΗΠΑ, χρησιμοποιούν αυτό το προσωπείο της «δημοκρατίας» για να δικαιολογήσουν τη μείωση της δημόσιας υπευθυνότητας και τον ελέγχο πάνω στις εταιρίες. Έτσι ο νεοφιλελεύθερος μύθος της «δύναμης του καταναλωτή», στην πραγματικότητα οδηγεί σε μια λιγότερη δημοκρατική κοινωνία. Αυτό έχει σοβαρές επιπτώσεις για τα κοινωνικά κινήματα καθώς όλο και περισσότερη δύναμη μετατοπίζεται από εμάς συλλογικά, ως «οι άνθρωποι», προς στις εταιρίες.

Μέσω μιας ρητορικής της «δημοκρατίας», τα νέα προϊόντα παρουσιάζονται ως συμβαλλόμενα στην «ελευθερία επιλογής». Αλλά αυτά τα νέα προϊόντα δεν αποτελούν πραγματικά μια σοβαρή απειλή στο status quo. Στην πραγματικότητα επεκτείνουν τις αγορές που προσφέρουν νέο έδαφος στις εταιρίες, ώστε να αυξήσουν τα κέρδη τους. Και αυτές οι καινούργιες αγορές είναι προσιτές μόνο σε μια προνομιούχα κατηγορία καταναλωτών με τα μέσα και τη διάθεση να πληρώσουν.

Οι «επιλογές» για τους λιγότερο εύπορους και για τους καταναλωτές της εργατικής τάξης, καθώς και για πολλούς καταναλωτές που ζουν σε κάποιες αγροτικές ή αστικές περιοχές, περιορίζονται στα φτηνότερα και ευρύτερα παραγόμενα προϊόντα αντίστοιχα. Αυτό σημαίνει ότι αυτοί οι καταναλωτές δεν θα έχουν πρόσβαση στα περισσότερα από αυτά τα νέα προϊόντα και θα αναγκαστούν να καταναλώσουν τα παλιά προϊόντα. Επακολούθως, κάτω από τη ρητορική της «προσωπικής ευθύνης», αυτοί οι καταναλωτές γίνονται το θέμα της επίπληξης για τις λεγόμενες «καταναλωτικές επιλογές» τους. Εστιάζοντας στην «επιλογή» και την «ευθύνη» του καταναλωτή, οι εταιρίες και η καταπιεστική δομή που τις υποστηρίζει περνάνε απαρατήρητες.

Ακόμα χειρότερα, φτάνουμε να βλέπουμε αυτές τις εταιρίες – αντί να βλέπουμε τους εαυτούς μας ως συλλογική κοινότητα – σαν την πηγή της αλλαγής και της καινοτομίας. Αυτό οδηγεί στη διάβρωση της συλλογικής γνώσης, δύναμης και ελέγχου, πάνω στις ζωές μας.

Με όρους τροφίμων, αυτό ενισχύει την τάση προς τα πρόχειρα και τα επεξεργασμένα τρόφιμα. Η τροφή δεν είναι πλέον κάτι που παράγουμε μόνοι μας ως πολιτισμός και κοινότητα, αλλά κάτι που αποκτάμε από τις εταιρίες. Ως απάντηση σε μια προηγούμενη τοποθέτηση σε αυτό το τελευταίο σημείο, ένας σχολιαστής έγραψε:

Τόσες πολλές πτυχές της σύγχρονης κοινωνίας είναι «πρόχειρες» που δεν θα επιθυμούσαμε να ζήσουμε χωρίς αυτές (π.χ. βιβλιοθήκες, τρεχούμενο νερό, ηλεκτρική ενέργεια). Πού τραβάει κάποιος τη γραμμή μεταξύ της ευκολίας και των βασικών αναγκών για διαβίωση; Δεν θεωρώ πως η ευκολία και η δικαιοσύνη είναι απαραίτητα αποκλειστικά αμοιβαίες.

Αυτό είναι ένα ακραίο παράδειγμα της λογικής του νεοφιλελευθερισμού. Ο σχολιαστής (λανθασμένα) αναγνωρίζει τα Boca Burgers, επεξεργασμένα πρόχειρα τρόφιμα που κατασκευάζονται από μια πολυεθνική εταιρία, ως συγκρίσιμα με τους ελεγχόμενους από τον κόσμο και υπόλογους σε αυτόν θεσμούς και οργανισμούς κοινής ωφέλειας όπως οι βιβλιοθήκες, το νερό και η ηλεκτρική ενέργεια. Οι σημαντικές διαφορές μεταξύ καταναλωτικών προϊόντων όπως τα Boca Burgers και των βιβλιοθηκών, του νερού και της ηλεκτρικής ενέργειας είναι διαστρεβλωμένες και περνάνε χωρίς να τύχουν αναγνώρισης. Αυτό υπογραμμίζει πως υπό τον ιδεολογικό έλεγχο του νεοφιλελευθερισμού, οι βιβλιοθήκες, το τρεχούμενο νερό και η ηλεκτρική ενέργεια είναι κάτω από τις απειλές της ιδιωτικοποίησης και του εταιρικού ελέγχου.

Η συντριπτική επίδραση της νεοφιλελευθεροποίησης, που διατυπώνεται σαν να είναι στη ρητορική της «δύναμης του καταναλωτή» και της «δημοκρατίας», είναι να μετατοπίσει τη δύναμη και τους πόρους από εμάς τους ανθρώπους στις εταιρίες. Μέσω της νεοφιλελευθεροποίησης, τα κοινωνικά κινήματα που επιδιώκουν την αλλαγή γίνονται ιδιωτικοποιημένα, εξατομικευμένα, απολιτικοποιημένα και περιθωριοποιημένα. Καθιστώντας τα κοινωνικά κινήματα ατελέσφορα, ο μύθος της «δύναμης του καταναλωτή» προσδέχεται αυτά τα κινήματα μέσα στη διαδικασία της ενίσχυσης και της επέκτασης των καταπιεστικών δομών.

Όπως η Kath Clement λέει στο βιβλίο της Why Vegan: The Ethics of Eating & the Need for Change:
Στην πραγματικότητα είναι η τρομακτική ψευδολογική των οικονομικών που έχει παράξει το λιμό σε έναν κόσμο αφθονίας. Σίγουρα πρέπει να φέρουμε τους ανθρώπινους και τους περιβαλλοντικούς παράγοντες μέσα στην εξίσωση. Οι αληθινοί πόροι μας βρίσκονται όχι στις ράβδους χρυσού και στις «μελλοντικές αγορές» αλλά στην αφθονία του εδάφους και την ικανότητα των ανθρώπων.

* Στμ: Ως χορτοφαγία αποδόθηκε ο όρος veganism.

Αρχικό άρθρο στο The Vegan Ideal

Νεοναζί απειλούν εν όψει των εκλογών στη Γερμανία

http://www.foreignpress-gr.com/2009/09/blog-post_9019.html

Απειλητικές επιστολές με προσβλητικό και ρατσιστικό περιεχόμενο, απέστειλε σε πολλές πολιτικές προσωπικότητες ξένης καταγωγής η οργάνωση του νεοναζιστικού κόμματος NPD στο Βερολίνο, καλώντας τις να εγκαταλείψουν τη χώρα παραμονές των βουλευτικών εκλογών στη Γερμανία.

Από το γραφείο του γενικού εισαγγελέα ανακοινώθηκε ότι ξεκίνησε έρευνα σε βάρος του Γεργκ Χένελ, επικεφαλής της βερολινέζικης οργάνωσης του κόμματος, για εξώθηση σε φυλετικό μίσος.

Σύμφωνα με δημοσίευμα της εφημερίδας „Ταγκεσπίγκελ“, ο Οζτσάν Μουτλού, ένας τουρκικής καταγωγής υποψήφιος του κόμματος των Πρασίνων στην περιφέρεια Κρόιτσμπεργκ του Βερολίνου, όπου κατοικούν κυρίως Τούρκοι, ήταν παραλήπτης μιας από τις επιστολές αυτές και καταδίκασε την ενέργεια.

„Εξήντα χρόνια μετά την ίδρυση της Δημοκρατίας και το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, είναι απαράδεκτο στη χώρα μας να χρηματοδοτούνται τέτοιες βλακείες με τα χρήματα των φορολογουμένων“, δήλωσε μιλώντας στο τηλεοπτικό δίκτυο N-24.

Bruno Bosteels – Η υπόθεση του αριστερισμού: Κομμουνισμός στην εποχή του τρόμου

Μία πραγματικά ενδιαφέρον τοποθέτηση δημοσιευμένη στο μπλογκ του Μ. Μπουντουρίδη http://thrymmata.blogspot.com/2009/08/bruno-bosteels.html

Η υπόθεση του αριστερισμού:

Κομμουνισμός στην εποχή του τρόμου

του Bruno Bosteels

Θα αρχίσω με τρία προγραμματικά τσιτάτα. Το πρώτο, πολύ γνωστό, προέρχεται από τη Γερμανική Ιδεολογία των Μαρξ κι Ένγκελς:

Για μας, ο κομμουνισμός δεν είναι μια κατάσταση των πραγμάτων, που πρέπει να εδραιωθεί, ένα ιδανικό, στο οποίο η πραγματικότητα [θα] πρέπει να προσαρμοσθεί. Ονομάζουμε κομμουνισμό την πραγματική κίνηση, που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. [1]

Το δεύτερο, που θα είναι περισσότερο οικείο σε πολλούς από σας, είναι η ρήση του Μάο από την Κριτική των Οικονομικών Προβλημάτων του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ του Στάλιν:

Δεν μπορούμε να φθάσουμε στον κομμουνισμό παρά μόνο αν υπάρχει ένα κομμουνιστικό κίνημα. [2]

Και, τέλος, είναι το γκράφιτι, που είδα, ή φαντάσθηκα ότι είδα, σε κάποια πόρτα μιας τουαλέτας στο Μπέρκμπεκ Κόλετζ:

Μη ρωτάτε: Τι θα έκανε ο Ιησούς; Να ρωτάτε: Τι θα έκανε ο Ζίζεκ; [3]

Ελπίζω τα νοήματα αυτών των φράσεων θα αποσαφηνισθούν, καθώς προχωράμε στο κείμενό μου. Θα χωρίσω τα επιχειρήματά μου σε δυο μέρη.

1. Είπε κανείς αριστερός κομμουνισμός;

Το 1920, ο Λένιν έγραψε ένα πασίγνωστο φυλλάδιο, στο οποίο κατήγγειλε αυτό που ονόμαζε “αριστερισμό” ή “αριστερό κομμουνισμό” σαν μια “νηπιακή δυσλειτουργία” του “πλήρως περιεκτικού κι ώριμου” κομμουνισμού. [4] Πάνω από σαράντα χρόνια αργότερα, το 1968, τα δυο αδέλφια, ο Ντάνυ “ο Κόκκινος” κι ο Γκαμπριέλ Κον-Μπεντί, θα αντέστρεφαν αυτή τη διάγνωση, ανακοινώνοντας στ’ αστεία ότι ένα φάντασμα, το φάντασμα του “αριστερισμού,” περιπλανιόταν τώρα στους δρόμους της Ευρώπης, αυτή τη φορά όμως σαν το “γιατρικό” για τη “γεροντική δυσλειτουργία” του κομμουνισμού. [5] Σήμερα, αλλά σαράντα χρόνια μετά, τι μπορούμε να κάνουμε μ’ αυτή την αναστροφή στο μέσο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και του ατέλειωτου πόλεμου του τρόμου ενάντια στον τρόμο;

Μήπως πρέπει να επιστρέψουμε στην ορθόδοξη καταγγελία του Λένιν της αριστερίστικης “δυσλειτουργίας,” υπέρ μιας επιστροφής στην αρχική ιδέα του κομμουνισμού, όσο πολύ κι αν θέλουμε να αποδομήσουμε, να αποτραβηχτούμε ή να εξασθενίσουμε την ιδέα αυτή σήμερα, για να απαλύνουμε το χτύπημα της ορθοδοξίας; Ή, αλλιώς, μήπως πρέπει να προσθέσουμε τις φωνές μας στην ενίσχυση του παιάνα του “αριστερισμού” σαν τη μόνη ιδέα, που θα μας σώσει από την ιστορική αποτυχία του “πραγματικά υπαρκτού” κομμουνισμού, δηλαδή, του κομμουνισμού της Σοβιετικής Ένωσης και της παγκόσμιας μοίρας των επίσημων Κομμουνιστικών Κομμάτων –τώρα σχεδόν όλα χρεοκοπημένα, σβησμένα ή θαμμένα κάτω από μια αμηχανία ενός νέου ονόματος, αποκαθαρισμένα για τα καλά από κάθε ίχνος συμβιβασμού με τον Μαρξισμό, τον Λενινισμό, τον Τροτσκισμό, τον Σταλινισμό ή τον Μαοϊσμό; Τελικά, σε ποιο σημείο αυτές οι δυο επιλογές κινδυνεύουν να γίνουν αδιαχώριστες, έτσι ώστε η επιστροφή μας στην Ιδέα του κομμουνισμού [Ιδέα μ’ ένα Καντιανό ή Πλατωνικό κεφαλαίο Ι] να περνά σαν μια άλλη μορφή αριστερισμού;

Μπορούμε σαν ομάδα –και μ’ αυτό εννοώ όχι μόνο τους ομιλητές αυτού του συνεδρίου, αλλά και τους συντρόφους ή επικριτές στο ακροατήριο, καθώς επίσης κι έξω από τα στενά όρια αυτού του ακαδημαϊκού θύλακα– μπορούμε έστω να φθάσουμε σε μια συμφωνία για την ανάγκη διαχωρισμού της κομμουνιστικής υπόθεσης από την ιστορία και την θεωρία του αριστερισμού; Επιπλέον, αν “ο κομμουνισμός έχει ονοματίσει την πραγματική ιστορία του ‘εμείς’,” όπως έγραφε πριν καμιά δεκαετία ο Αλαίν Μπαντιού στο Για μια Σκοτεινή Καταστροφή: Για το Τέλος της Αλήθειας του Κράτους, κι αν, σύμφωνα μ’ αυτήν την ίδια την ερμηνεία του ονομαζόμενου “θανάτου” του κομμουνισμού μετά την κατάρρευση του Τοίχους του Βερολίνου, “δεν υπάρχει πια το ‘εμείς,’ ούτε άλλωστε υπήρχε για πολύ καιρό,” [6] υπάρχει καμιά ελπίδα, αν αρχίσουμε πάλι με συναντήσεις σαν αυτή, μπορεί να καταστεί δυνατό για μια ακόμη φορά, μολονότι σε μια πιο σεμνή κλίμακα, να ξαναμιλήσουμε το “εμείς,” ή ακόμη το σαν “εμείς οι κομμουνιστές”; Κάτι που σημαίνει, ακολουθώντας έναν λίγο διαφορετικότερο δρόμο, ότι ίσως είναι τώρα μια καλή ευκαιρία να επαναλάβουμε την χειρονομία, που έφερε μαζί τον Φελίξ Γκαταρί με τον Τόνι Νέγκρι, πριν περισσότερο από δυο δεκαετίες, όταν έγραψαν το Κομμουνιστές σαν Εμάς; [7]

Φυσικά, στα κυρίαρχα μήντια, κάθε τέτοια συζήτηση για τον κομμουνισμό απορρίπτεται μ’ ευκολία κι εγκαταλείπεται σαν μια άλλη περίπτωση “υπεραριστερισμού” ή “ακραίου αριστερισμού” (η άκρα αριστερά σαν κατοπτρικό είδωλο της άκρας δεξιάς), σαν ένα από τα αντικείμενα μέσα στο ντουλάπι των πολιτικώς αξιοπερίεργων πραγμάτων, τα οποία συνήθως περιορίζονται για ακαδημαϊκή χρήση, μολονότι τώρα η ειρωνεία είναι ότι θεωρούνται πλέον αρκετά απειλητικά, έτσι ώστε να δικαιολογήσουν τις δημόσιες ανασκευές στον τύπο, αν δεν προκαλέσουν, όπως συμβαίνει όλο και συχνότερα κάτω από τη μύτη μας, τη βίαια καταστολή από την αστυνομία και τους στρατιωτικούς κρατικούς μηχανισμούς. Μήπως όμως τότε η προσπάθεια οριοθέτησης της υπόθεσης του κομμουνισμού από τις διάφορες μορφές αριστερισμού τείνει να συμπίπτει μ’ εκείνες τις δοκιμασμένες συνταγές, με τις οποίες οι ιδεολόγοι του κατεστημένου προσπαθούν και ξαναπροσπαθούν, για καιρό τώρα, να αποτρέψουν την πραγματική κίνηση, που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων; Πράγματι, δεν είναι η κατηγορία του “αριστερισμού” ή του “ακραίου αριστερισμού,” μαζί με τις σχετικές κριτικές του “ρεφορμισμού,” υπεύθυνες για κάποια από τα χειρότερα είδη του σεχταρισμού και της αλληλεξοντωτικής διαπάλης μέσα στους κομμουνιστικούς κύκλους; Ακόμη και μεταξύ των συμμετεχόντων αυτού του συνεδρίου, όπως πολλοί από σας αναμφίβολα με οδύνη γνωρίζετε, το επίθετο του αριστεριστή ρίχνεται εδώ κι εκεί με μια εκπληκτική άνεση κι ανεμελιά. Υπάρχουν, πέρα απ’ όλα, κάποιες διαβόητες αντιφάσεις μέσα και μεταξύ των ανθρώπων. Η πρόθεσή μου σε σχέση μ’ αυτές τις αντιφάσεις δεν είναι να τις χειροτερεύσω ρίχνοντας αλάτι σ’ ανοιχτές ή ελάχιστα επουλωμένες πληγές, αλλά μάλλον να διευκρινίσω τις εντάσεις και να τις κάνω ξεκάθαρα σαφείς, έτσι ώστε να αποφύγουμε να βρούμε την ανακούφιση στη βάση μιας εσπευσμένης διευθέτησης ή μιας επιφανειακής συναίνεσης. Αυτός είναι, πέρα απ’ όλα, ο τρόπος που ο Μαρξ, σε μια επιστολή του στον Άρνολντ Ρούγκε, καθορίζει το καθήκον μας, ήτοι, σαν μια “αποσαφήνιση (μέσω της κριτικής φιλοσοφίας), που πρέπει να κατακτηθεί από την παρούσα εποχή των αγώνων και των επιθυμιών.” Κι ο Μαρξ συνεχίζει: “Αυτό είναι ένα έργο για τον κόσμο και για μας. Μπορεί μόνο να είναι το έργο των ενωμένων δυνάμεων. Είναι ένα ζήτημα εξομολόγησης και τίποτε άλλο. [Θα άρεσε στον Βατίμο και τον Ζίζεκ αυτό το Χριστιανικό μεταφορικό σχήμα:] Για να εξασφαλίσει την άφεση των αμαρτιών της, η ανθρωπότητα δεν έχει παρά να διακηρύξει ποιες είναι αυτές στην πραγματικότητα.” [8]

Αντίθετα όμως με τον Μαρξ, ο Λένιν προτιμά ένα ιατρικό, παρά θεολογικό, μεταφορικό σχήμα [μολονότι εξακολουθεί να μιλά για τις “καιροσκοπικές αμαρτίες του κινήματος της εργατικής τάξης”]. Ο αριστερός κομμουνισμός, γι’ αυτόν, δεν είναι τόσο ένα “αμάρτημα” όσο μια “αρρώστια,” η οποία πρέπει να διαγνωσθεί στη βάση ενός συνόλου επαναλαμβανόμενων “συμπτωμάτων” και να “θεραπευτεί” ή να “ξεριζωθεί” με την κατάλληλη αγωγή. Πράγματι, στο βαθμό που περιγράφεται ο αριστερισμός σαν μια “παιδική αρρώστια,” σε μια εποχή πριν εκείνη των μαζικών εμβολιασμών, όπως για την ιλαρά ή την ερυθρά, ίσως να ήταν πολύ ευεργετικό για κομμουνιστές σαν κι εμάς να προσβαλλόμασταν από την αρρώστια τουλάχιστον στην περίοδο, που ήμασταν ακόμη νέοι: “Η νόσος δεν έχει κανένα κίνδυνο,” παραδέχεται ο Λένιν, “και μετά από την προσβολή της ο οργανισμός γίνεται ακόμη πιο ανθεκτικός.” Επιπρόσθετα μ’ αυτή την κλινική ιστορία, η έννοια της “παιδικότητας” και μερικές φορές και της “παιδιαστικότητας” επίσης πρέπει να διαγνωσθεί μέσω κάποιων ηθικών και παιδαγωγικών τρόπων, στο πλαίσιο των οποίων ο αριστερισμός αποκαλύπτει μια επικίνδυνη έλλειψη ωριμότητας σε συνδυασμό μαζί με μια ανυπόμονη επιθυμία υπερπήδησης των ενδιάμεσων σταδίων, που μεσολαβούν μέσα στην βαθμιαία διαδικασία επαύξησης κι ανάπτυξης, αλλά, αντίθετα, τώρα καθώς επιδεικνύουν την πρόκριση ενός ξαφνικού ξεπετάγματος προς την ανώτερη φάση του κομμουνισμού. Εδώ ο Λένιν χρησιμοποιεί μια αναλογία, που θα ευχαριστούσε τον Πλατωνισμό του Μπαντιού: “Αν προσπαθούσαμε σήμερα να προβλέπαμε τη μελλοντική έκβαση του πλήρως αναπτυγμένου, πλήρως σταθεροποιημένου και συγκροτημένου, πλήρως περιεκτικού κι ώριμου κομμουνισμού, θα ήταν σαν να επιχειρούσαμε να διδάξουμε ανώτερα μαθηματικά σ’ ένα παιδάκι ηλικίας τεσσάρων χρονών.” Την εποχή των αυτο-χρισμένων παιδαγωγών και παραμάνων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτό το δεύτερο μεταφορικό σχήμα παρουσιάζει τον αριστερισμό σαν τη δυσλειτουργία της ελλειμματικής προσοχής (ADD) του κομμουνισμού, οπότε η θεραπεία αναγκαστικά θα απαιτούσε μια μεγάλη προσπάθεια συνολικής εκπαίδευσης και καθοδήγησης, π.χ., μέσα σε συλλογικούς φορείς ή σε συνδικάτα, τα οποία, όπως ο Μαρξ ήδη έχει γράψει στο Κομμουνιστικό Μανιφέστο, συνιστούν “το σχολείο του σοσιαλισμού.”

Αφήνοντας κατά μέρος όλη την κλινική ή παιδαγωγική ρητορική, η προσπάθεια του Λένιν να ορίσει το ίδιο το φαινόμενο πρέπει να μας είναι αρκετά οικεία: Ο αριστερισμός ή ο αριστερός κομμουνισμός, γι’ αυτόν, εμπεριέχει μια στάση αρχών ενάντια στη συμμετοχή στην κοινοβουλευτική ή στην αστική εκλογική πολιτική μέσα σε συνδικάτα κι ακόμη κι ιδιαίτερα ως προς την αυστηρή κομματική πειθαρχία. Η κατάληξη αυτής της αποκήρυξης όλων των συμβιβασμών κι όλων των ενδιάμεσων φάσεων είναι η δογματική “επανάληψη των αληθειών του ‘καθαρού’ κομμουνισμού,” που αναγάγεται σ’ έναν παραληρηματικό, εμπρηστικό και σχεδόν αναρχικό τύπο ριζοσπαστισμού, ο οποίος ονομάζεται επίσης “μικρο-αστική επαναστατικότητα” ή “μαζισμός” (“massism”), με την έννοια μιας θορυβώδους έκκλησης για μια άμεση δράση των μαζών πάνω κι ενάντια στις οργανωτικές μορφές του κόμματος, των συνδικάτων και του κοινοβουλίου. Η υποκειμενική ανυπομονησία, σε μια χαρακτηριστική ταλάντωση μεταξύ ενθουσιασμού κι απογοήτευσης, παίρνει, έτσι, τη θέση του κοπιώδους κι επίμονου έργου των κομματικών οργανώσεων. “Η αποκήρυξη της κομματικής αρχής (κανόνων) και της κομματικής πειθαρχίας –εκεί είναι πού έχει φτάσει η αντιπολίτευση,” συμπεραίνει ο Λένιν: “Όλα καταλήγουν στη μικρο-αστική διαχυτικότητα κι αστάθεια, εκείνη την ανικανότητα για διαρκή προσπάθεια, ενότητα κι οργανωμένη δράση, η οποία, όταν ενθαρρύνεται, αναπόφευκτα θα καταστρέψει το οποιοδήποτε προλεταριακό επαναστατικό κίνημα.” Επομένως, είναι λογικό, για να ξεπερασθεί η αριστερίστικη τάση, να ξετυλίξει ο Λένιν αυτό που ονομάζει “το αλφαβητάρι του Μαρξισμού,” σύμφωνα με το οποίο οι μάζες διαιρούνται σε τάξεις, οι τάξεις συνήθως καθοδηγούνται από κόμματα και τα κόμματα τα διαχειρίζονται οι λίγο-πολύ σταθερές ομάδες των στελεχών τους, που έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή κι εμπειρία, δηλαδή, οι ηγέτες τους: “Όλα αυτά είναι στοιχειώδη,” γράφει ο Λένιν, προσθέτοντας μια δόση σαρκασμού στο ρεπερτόριο του δασκαλίστικου τρόπου του. “Γιατί να το αντικαταστήσουμε αυτό με κάποιο είδος ασυναρτησίας, κάποια νέα φτιαχτή γλώσσα σαν τα Βολαπύκ (Volapük);”

Βέβαια, προφανώς ο Λένιν δεν ήταν ούτε ο πρώτος ούτε ο τελευταίος, που εκτοξεύει ύβρεις εναντίον μιας κάποιας ή άλλης μορφής του αριστερισμού. Πριν απ’ αυτόν, ο Μαρξ κι ο Ένγκελς είχαν πολεμήσει τον ασυμβίβαστο ριζοσπαστισμό, π.χ., των Μπλανκουιστών Κομμουνάριων, για τους οποίους ο Ένγκελς γράφει: “Οι τριάντα τρεις Μπλανκουιστές είναι Κομμουνιστές, μόνο γιατί φαντάζονται ότι, απλώς και μόνο επειδή αυτοί θέλουν να υπερπηδήσουν τους ενδιάμεσους σταθμούς και συμβιβασμούς, το ζήτημα τακτοποιείται κι αν ‘αρχίσει’ πάλι τις επόμενες μέρες –κάτι που το θεωρούν δεδομένο– και πάρουν την εξουσία, ο ‘κομμουνισμός θα εγκαινιασθεί’ τη μεθεπόμενη μέρα. Αν αυτό δεν είναι άμεσα δυνατό, δεν είναι Κομμουνιστές. Τι παιδαριώδης αφέλεια να παρουσιάζει κανείς την ανυπομονησία του σαν ένα θεωρητικά πειστικό επιχείρημα!” [9] Μετά τον Λένιν, από την άλλη μεριά, η πάλη ενάντια στις δίδυμες αποκλίσεις του αριστερού “τυχοδιωκτισμού” και του δεξιού “οπορτουνισμού” έφθασε επίσης να καθορίζει τα διακυβεύματα των ιδεολογικών αγώνων στην Μαοϊκή Κίνα, πριν την παγκόσμια διάδοση των διάφορων μορφών του Μαοϊσμού, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια και μετά από την Πολιτιστική Επανάσταση: “Είμαστε επίσης αντίθετοι με την ‘Αριστερίστικη’ φραστική καπηλεία,” έγραφε ο Μάο στο περίφημο έργο του ‘Για την Πράξη’: “Η σκέψη των ‘Αριστεριστών’ διαγράφει μια δεδομένη φάση της ανάπτυξης της αντικειμενικής διαδικασίας. Κάποιοι θεωρούν τις φαντασιώσεις τους σαν αληθινές, ενώ άλλοι μοχθούν να πραγματοποιήσουν στο παρόν ένα ιδανικό, που μπορεί μόνο να πραγματοποιηθεί στο μέλλον. Αλλοτριώνονται όμως, έτσι, από τις τρέχουσες πρακτικές της πλειονότητας του λαού κι από την καθημερινή πραγματικότητα κι αποδεικνύουν ότι οι δράσεις τους διέπονται από τυχοδιωκτισμό.” [10]

Όμως, όπως φαίνεται από τον τίτλο του βιβλίου των αδελφών Κον-Μπεντί, κι ο αριστερισμός θα υποστεί μια δραματική αντιστροφή ρόλων, για την ακρίβεια γύρω στα 1960, και, μ’ ιδιαίτερη ορμή, μέσα στην φιλοσοφία, προς τα μέσα της δεκαετίας 1970, εν μέρει σαν μια διαστρεβλωμένη κι αναπάντεχη συνέπεια της πάλης του Μαοϊσμού σε δυο μέτωπα. Πράγματι, η υπόθεση του αριστερισμού από εκείνη τη στιγμή κι ύστερα γίνεται τόσο κυρίαρχη, για να μην πούμε ομόφωνη, ώστε, για να ορισθούν οι ριζικές αποκλίσεις από τη σωστή γραμμή της, επινοούνται καινούργια επίθετα, όπως “ακραίος αριστερισμός” ή “ψευτο-αριστερισμός.” [Όπως είπα πιο πριν, η πρώτη απ’ αυτές τις ταμπέλες επίσης συχνά χρησιμοποιείται κι από τους συνήθεις φιλελεύθερους ή σοσιαλδημοκράτες, οι οποίοι, με τον τρόπο αυτό –ίσως να είναι ο μόνος τρόπος που διαθέτουν– μπορούν τουλάχιστον να συντηρήσουν την ψευδαίσθηση ότι κι αυτοί επίσης είναι οι ιππότες με τις λαμπερές πανοπλίες, που έρχονται να διασώσουν πολιτικά, ή μάλλον ηθικά, τον γνήσιο αριστερισμό.]

2. Για τις δυο πηγές του σύγχρονου αριστερισμού

Με την αντιστροφή του κατηγορητήριου του Λένιν, η υπόθεση του αριστερισμού, μέσα στις περασμένες λίγες δεκαετίες, μπορεί να θεωρηθεί ότι έχει πια πάρει δυο βασικές μορφές. Βέβαια, κι οι δυο μπορούν να εξηγηθούν και συχνά να βρουν και τα στηρίγματά τους στη βάση κάποιων σημαντικών αναφορών μέσα στο βαρύ πυροβολικό της ορθόδοξης Μαρξιστικής θεωρίας. Μ’ αυτή την έννοια, κι οι δυο παραμένουν αγκυροβολημένες μέσα στο πλαίσιο της ιστορίας του Μαρξισμού. Κι αυτός είναι επίσης ο λόγος που μερικές φορές ισχυρίζονται αυτοί οι αριστερισμοί ότι ενσαρκώνουν την αυθεντική κίνηση του κομμουνισμού. Επομένως, πρέπει να κατανοήσουμε πώς είναι δυνατό μια Μαρξιστική ή Μαοϊκή ιδέα να χρησιμοποιείται σαν ένα κομμάτι της σύγκρουσης ενάντια στο συνολικό “κυρίαρχο λόγο” του Μαρξισμού-Λενινισμού-Μαοϊσμού. Εδώ, πιθανόν ένας άλλος υπαινιγμός, που έκανε ο Λένιν στο φυλλάδιό του για τον αριστερισμό, να μπορεί να ανοίξει έναν χρήσιμο δρόμο: “Ο ασφαλέστερος τρόπος για να δυσφημήσει και να βλάψει κανείς μια καινούργια πολιτική ιδέα (κι όχι μόνο πολιτική) είναι να την αναγάγει σ’ έναν παραλογισμό κάτω από το πρόσχημα της υπεράσπισής της.”

Η πρώτη μεγάλη εκδοχή του αριστερισμού περιλαμβάνει μια κάθαρση της κεντρικής Μαρξιστικής ιδέας της αντίφασης, την οποίαν την αναγάγει σε μια άμεση, αδιαμεσολάβητη και συχνά ρητά αντιδιαλεκτική αντίθεση, όπως, π.χ., των μαζών ενάντια στο κράτος. Ιδιαίτερα, μεταξύ των αποκαλούμενων Νέων Φιλοσόφων στη Γαλλία, σχεδόν όλοι από τους οποίους ήταν πρώην κομμουνιστές ή ειδικότερα αποστάτες πρώην Μαοϊκοί, η κάθαρση της Μαρξιστικής αντίφασης συχνά διατυπώνεται μέσα από τις παλιότερες έννοιες του κράτους και των πληβείων. Από το Κομμουνιστικό Μανιφέστο, γνωρίζουμε φυσικά ότι “η εποχή μας, η εποχή της μπουρζουαζίας,” αν ακόμη συνεχίζει να είναι η εποχή μας, “έχει απλουστεύσει τους ταξικούς ανταγωνισμούς. Η κοινωνία σαν ένα σύνολο όλο και περισσότερο διαιρείται σε δυο μεγάλα εχθρικά στρατόπεδα, σε δυο μεγάλες τάξεις, που είναι αντιμέτωπες απευθείας η μια με την άλλη: την μπουρζουαζία και το προλεταριάτο” [το “διαιρείται” με την έννοια της σχάσης, όπως το καταλαβαίνει ο Λακάν ή ο Μάο. Η ίδια διαδικασία επίσης εκφράζει το όνειρο της “μεγάλης πολιτικής,” της Großpolitik με τη Νιτσεϊκή έννοια, η οποία βασίζεται σε μια τέτοια “διαίρεση σε δυο της ιστορίας της ανθρωπότητας.”] Αλλά τώρα αυτή η διαίρεση ή η σχάση δεν φέρνει πια αντιμέτωπους την μπουρζουαζία και το προλεταριάτο, αλλά μάλλον, σε μια εξίσου ηρωική, αλλά τελικά ατελέσφορη διαπροσωπική σύγκρουση, τις άμορφες μάζες ενάντια στην πλεονασματική μορφή του κράτους, όπως αυτό διαμορφώνεται κάτω από το μοντέλο της γενικής εικόνας των Γκούλαγκ.

Τότε, η πολιτική, ακόμη κι αν είναι το όνομα της ταξικής πάλης, φέρνει διηνεκώς αντιμέτωπες τις ίδιες ζωτικά δημιουργικές μάζες με το ίδιο ολέθριο καταπιεστικό σύστημα. “Μ’ αυτή την έννοια, η ‘μαζιστική’ [massist] ιδεολογία, που προέκυψε από το 1968, διαπρέπει στην ισοπέδωση της διαλεκτικής ανάλυσης,” παρατηρεί ο Μπαντιού στην Θεωρία των Αντιφάσεων: “Πάντοτε οι ίδιες ένδοξες μάζες ενάντια σε μια πανομοιότυπη εξουσία, εκείνη του αναλλοίωτου συστήματος.” [11] Όχι μόνο αποτυγχάνει αυτή η άποψη της πολιτικής να λάβει υπόψη της πώς ένα κίνημα προχωρεί συλλογικά, σαν σύνολο, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, πέρα από τις διαιρέσεις, οι οποίες λειτουργούν για την αποδιοργάνωση, την κατάργηση και το μετασχηματισμό του συνόλου αυτού από τα μέσα: “Δεν είναι ποτέ ούτε ‘οι μάζες,’ ούτε ‘το κίνημα,’ οι παράγοντες εκείνοι που διεκπεραιώνουν συλλογικά τη γέννηση του νέου, αλλά είναι αυτό που μέσα τους διαιρεί, διαχωρίζεται από το παλιό.” [12] Αλλά, επιπλέον, αντί να σηματοδοτεί μια ριζικά νέα ανακάλυψη, η γοητεία αυτής της μαζικής εκδοχής του αριστερισμού σαν μια ακραία μορφή του γενόσημου (generic) κομμουνισμού ήδη είχε αποτελέσει τον κύριο στόχο των επίμονων επιθέσεων, πριν από περισσότερο από ένα αιώνα, στα μάτια του Μαρξ και του Ένγκελς: “Όλες αυτές οι τολμηρές αναθεωρήσεις, οι οποίες υποτίθεται ότι εγείρουν το ζήτημα της εκπληκτικής καινοτομίας των περιθωριακών κι εναντιωνόμενων μαζών στον ‘ολοκληρωτικό’ Μαρξισμό-Λενινισμό –αποτελούν κατά λέξη αυτό που ο Μαρξ κι ο Ένγκελς, στην Γερμανική Ιδεολογία, έπρεπε να κατακομματιάσουν, γύρω από το 1845!– ώστε να καθαρίσουν το έδαφος για μια τελικώς συνεκτική συστηματοποίηση των επαναστατικών πρακτικών της εποχής τους.” [13]

Το γεγονός ότι ο ολοκληρωτισμός είναι ο πραγματικός στόχος αυτής της αντιδιαλεκτικής αντίθεσης μαζών-κράτους θα έπρεπε να μας προειδοποιήσει ότι η εμμονή ενάντια στην καταπίεση τελικά αντικρούει την ιδέα αυτού που αρχικά θα μπορούσε να εμφανισθεί σαν μια δεσμευτική υπόσχεση πίστης στην αδυσώπητα δημιουργική δύναμη της λαϊκής αντίστασης: “Είναι ασυνεπές να διαβάζουμε μέσα στην ιστορία την απανταχού παρούσα αντίθεση μεταξύ των μαζών και του κράτους, να διαβεβαιώνουμε ότι είμαστε με το μέρος των πληβείων και μετά να προφητεύουμε δογματικά κι αποκλειστικά την εξουσία και τα πολυποίκιλα κόλπα του θριαμβεύοντος κράτους.” [14] Όμως, σε μια σπουδαία συλλογή δοκιμίων, που έφεραν τον τίτλο Η Τρέχουσα Κατάσταση στο Φιλοσοφικό Μέτωπο, η Ομάδα Φιλοσοφίας Γιανάν της Μαοϊκής Ένωσης των Γάλλων Κομμουνιστών (UCFML) υποστηρίζει ότι όλες οι ρεβιζιονιστικές τάσεις της Γαλλικής διανόησης στη δεκαετία 1970, όχι μόνο από μεριάς των νέων φιλοσόφων, όπως του Αντρέ Γκλυκσμάν, του Κριστιάν Ζομπέ ή του Γκυ Λαρντρώ, αλλά επίσης και κάποιων Ντελεζιανών κι ακόμη και Αλτουσεριανών και Λακανικών, μπορούν να θεωρηθούν ότι προϋποθέτουν μια τέτοια κατηγορηματική αντίθεση. “Παντού η αντικατάσταση της ταξικής πάλης από το ζευγάρι μάζες-κράτος: όλο κι όλο αυτό είναι ό,τι υπάρχει,” διαβάζουμε στην εισαγωγή: “Η πολιτική ουσία αυτών των ‘φιλοσοφιών’ αποθανατίζεται στην παρακάτω αρχή, μια αρχή πικρής αγανάκτησης για όλη την ιστορία του εικοστού αιώνα: ‘Για να είναι καλή η επανάσταση των μαζών ενάντια στο κράτος, χρειάζεται να εγκαταλειφθεί ο ταξικός προσανατολισμός του προλεταριάτου, να απαλειφθεί ο Μαρξισμός, να γίνει μισητή η ίδια η ιδέα του ταξικού κόμματος.’” [15] Η συνέπεια τέτοιων επιχειρημάτων είναι, τότε, είτε μια πλήρης άρνηση των ανταγωνιστικών αντιφάσεων ή, αλλιώς, μια χαρούμενη αναγνώριση μόνο της επιφανειακής φαινομενικότητας των ανταγωνισμών. “Ονειρεύονται έναν τυπικό ανταγωνισμό, μέσα σ’ ένα κόσμο σπασμένο στα δυο, χωρίς να έχουν κανένα άλλο όπλο από την ιδεολογία. Τους αρέσει η επανάσταση, όταν δηλώνεται στην καθολικότητά της, αλλά βρίσκονται πίσω σε σχέση με την πολιτική, που αποτελεί τον πραγματικό μετασχηματισμό του κόσμου μέσα στην ιστορική ιδιαιτερότητά του.” [16]

Η πρωτοκαθεδρία της πολιτικής, που στο πλαίσιο της Μαοϊκής διατύπωσης συχνά εμφανιζόταν κάτω από το όνομα του ανταγωνισμού, σ’ αυτή την πρώτη εκδοχή του αριστερισμού, γίνεται, με τον τρόπο αυτό, το αξίωμα της ριζικής διαφωνίας ή της εξωτερικής τοποθέτησης απέναντι σε μια κατανόηση της κοινωνίας –της καπιταλιστικής ή της κομμουνιστικής– μ’ απόλυτους όρους, σαν σύστημα καταπίεσης. Σαν κάποιος που, περισσότερο από την φιλοσοφία, ταυτίζομαι με την κριτική της λογοτεχνίας, ενδιαφέρομαι ιδιαίτερα για τις αισθητικές μορφές, που παίρνει σήμερα αυτός ο τρόπος κατανόησης της πολιτικής. Απ’ αυτή την άποψη, θα έλεγα ότι βρισκόμαστε πλήρως κάτω από την επιρροή ενός μελοδραματικού τρόπου παρουσίασης, με την έννοια που ο Λουί Αλτουσέρ, σ’ αυτό που ίσως να είναι το καταπληκτικότερο και το λιγότερο ξεπερασμένο κείμενο στο βιβλίο του Για τον Μαρξ, κι εννοώ το άρθρο του για το υλιστικό θέατρο του Μπερτολάτσι και του Μπρεχτ, ορίζει τη μελοδραματική συνείδηση σαν μια ψεύτικη διαλεκτική της καλής κακής συνείδησης. “Μ’ αυτή την έννοια, το μελόδραμα είναι μια ξένη συνείδηση σαν επίχρισμα πάνω σε μια πραγματική κατάσταση,” γράφει ο Αλτουσέρ: “Κάποιος παρουσιάζεται σαν ‘ένας από το λαό,’ όταν παίζει σκερτσόζικα το ρόλο του να βρίσκεται πάνω από τις μεθόδους του. Γι’ αυτό είναι ουσιαστική ανάγκη, όταν παίζει κανείς το ρόλο του να είναι (ή να μην είναι) με το λαό, να δείχνει το λαό σαν να ήταν ο λαός του λαϊκού ‘μύθου,’ ο λαός με τη γεύση του μελοδράματος.” [17] [Όχι ακριβώς η σαπουνόπερα των Σαρκοζύ και Μπενί στην Γαλλία, αλλά ένα μελόδραμα σαν την ίδια τη δομή μιας “αριστερίστικης” πολιτικής –θυμηθείτε τον AMLO στις εκλογές στο Μεξικό το 2006: από τη μια μεριά, η σύγκρουση φτωχών με το κράτος κι, από την άλλη μεριά, η επιδίωξη της κρατικής αναγνώρισης μέσω του ανώτερου εκλογικού βήματος.]

Ο Ζακ Ρανσιέρ, ο οποίος παρεμπιπτόντως θα αναποδογυρίσει αυτή την κατηγορία και θα τη στρέψει εναντίον του πρώην δασκάλου του, προτείνει μια παρόμοια ανάγνωση της μελοδραματικής αντίφασης του αριστερισμού, σε μια κριτική του βιβλίου του Γκλυκσμάν Ο Μάγειρας κι ο Φαγάς του Ανθρώπου: “Όλο το βιβλίο αποτελεί μια οργανωμένη προσπάθεια, βασισμένη πάνω στην αποκάθαρση της αντίφασης: από τη μια μεριά, η εξουσία κι ο λόγος (discourse) των αφεντών (φιλοσόφων, βασιλιάδων, Ιακωβίνων, Μαρξιστών κ.λπ.), που είναι οργανωμένοι σύμφωνα με τους κανόνες της κρατικής καταστολής. Από την άλλη μεριά, η τάξη που δεν έχει καμιά δύναμη, η τάξη των πληβείων, της καθαρής γενναιοφροσύνης, της οποίας ο λόγος εκφράζει μόνο την επιθυμία να μην υπάρχει η καταπίεση.” [18] Όμως, τέτοιες απλοϊκές αντιφάσεις μεταξύ των καταφρονεμένων της γης και της φασιστικής κρατικής εξουσίας δεν μπορούν πουθενά να βρεθούν στην πραγματικότητα. Ούτε κι οι πληβείοι μπορούν ξεκάθαρα να ορισθούν σαν εκείνοι που αποκλείονται από την εξουσία ή σαν αυτοί που δεν έχουν καμιά δύναμη: “Πουθενά δεν εξαντλείται η σύγκρουση της εξουσίας με την μη εξουσία. Παντού η αποστολή του κράτους σκοντάφτει πάνω, όχι σε πληβείους, αλλά σε τάξεις, σ’ εταιρίες, σε συλλογικότητες και στους κανόνες τους, στις μορφές της αναγνωρισιμότητας και της δημοκρατίας που έχουν, αλλά επίσης και στις μορφές των αποκλεισμών και της καταπίεσης που διατηρούν.” [19]

Ο Ρανσιέρ βγάζει ένα σημαντικό συμπέρασμα απ’ αυτή την ανάγνωση του αριστερισμού, το οποίο μας φέρνει πίσω στην ανολοκλήρωτη δουλειά του Μαρξ. “Να ποια είναι τα πιθανά μαθήματα απ’ αυτή τη σύγκρουση: ότι ποτέ δεν υπάρχει κανένας καθαρός λόγος (discourse) της προλεταριακής δύναμης, ούτε κι ο λόγος αυτών που δεν έχουν καμιά δύναμη,” συμπεραίνει ο Ρανσιέρ: “Η δύναμη της σκέψης του Μαρξ –αλλά ίσως ακόμη κι ο χαρακτήρας της δυσκολίας για τη στήριξή της– αναμφίβολα βρίσκεται στην προσπάθεια να διατηρηθούν αυτές οι αντιφάσεις, οι οποίες από τότε παρουσιάζονταν είτε σαν τα αστυνομικά παραμύθια για την προλεταριακή δύναμη ή σαν τα βουκολικά όνειρα για την πληβειακή μη δύναμη.” [20] Μ’ άλλα λόγια, αντί να καθαρίζει την αντίφαση σε μια απόλυτη εξωτερικότητα, ο σκοπός του αριστερισμού ήταν να βρίσκει τα σημεία της διάρθρωσης, όπου η εξουσία κι η αντίσταση, ή η δύναμη κι η μη δύναμη, δένονται μεταξύ τους, για να αποτελέσουν ένα μοναδικό μπλεγμένο κόμπο.

Αυτό μας φέρνει στο δεύτερο μεγάλο παράδειγμα του σύγχρονου αριστερισμού, η κύρια πηγή του οποίου βρίσκεται, για την ακρίβεια, στην αρχή της απόλυτης εμμένειας (immanence) μεταξύ της εξουσίας και της αντίστασης. Μ’ άλλα λόγια, αντί να προϋποθέτει την ιδέα μιας ριζικής ρήξης, η δεύτερη αυτή εκδοχή θέλει να ακολουθήσει το σχέδιο της δυνητικής (virtual) ύπαρξης του κομμουνισμού μέσα στον καπιταλισμό. Ίσως θα μπορούσαμε ακόμη να πούμε ότι, αντί ή μάλλον ενάντια στις διεφθαρμένες μορφές του “πραγματικά υπαρκτού κομμουνισμού,” η εκδοχή αυτή ιχνηλατεί την πορεία του “δυνητικά υπαρκτού κομμουνισμού.”

Επίσης, κι η δεύτερη αυτή εκδοχή κατέχει κάποια ατράνταχτα διαπιστευτήρια της Μαρξιστικής ορθοδοξίας. Πέρα από το περίφημο κομμάτι του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, όπου ο Μαρξ κι ο Ένγκελς περιγράφουν πώς “η ανάπτυξη της σύγχρονης βιομηχανίας […] υπονομεύει κάτω από τα πόδια της τα ίδια τα θεμέλια, πάνω στα οποία η μπουρζουαζία παράγει κι ιδιοποιείται τα προϊόντα,” έτσι ώστε, “επομένως, αυτό που, πάνω απ’ όλα, παράγει η μπουρζουαζία να είναι οι δικοί της οι νεκροθάφτες,” σκέφτομαι και μια από τις επιστολές στην αληθινά συναρπαστική αλληλογραφία του Μαρξ με τον Ρούγκε, στην οποίαν ο Μαρξ δείχνει πώς οι συνθήκες για τη νέα κοινωνία είναι ήδη παρούσες μέσα στην παλιά κοινωνία. “Η αλλαγή της συνείδησης συνίσταται μόνο στο να κάνουμε τον κόσμο να καταλάβει τη δική του συνείδηση, να την ξυπνήσει από το όνειρό του για τον εαυτό του, να της εξηγήσει τη σημασία των δικών του δράσεων,” γράφει ο Μαρξ στο νεαρό Χεγκελιανό φίλο του: “Τότε θα καταστεί προφανές ότι ο κόσμος για καιρό ονειρευόταν να κατέχει κάτι, για το οποίο το μόνο που χρειάζεται είναι να είναι συνειδητοποιημένος, για να το κατέχει στην πραγματικότητα. Θα καταστεί προφανές ότι δεν είναι ζήτημα χάραξης μιας μεγάλης διανοητικής γραμμής μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, αλλά της πραγματοποίησης των σκέψεων του παρελθόντος. Τέλος, θα καταστεί προφανές ότι η ανθρωπότητα δεν αρχίζει κάποιο νέο έργο, αλλά συνειδητά επιτελεί το παλιότερο έργο της.” Εδώ, η εικόνα του χρόνου δεν αντιστοιχεί πλέον στη θεολογική έννοια της ρήξης, αλλά στην έννοια μιας αναδίπλωσης ή μιας πτύχωσης. Δεν είναι ζήτημα ξεπετάγματος προς τα μπρος, αλλά σύλληψης του νέου, που βρίσκεται παραμορφωμένο μέσα στο παλιό. Όχι να χωρίσουμε την ιστορία της ανθρωπότητας σε δυο μισά, μ’ ένα πριν κι ένα μετά, σύμφωνα με μια Νιτσεϊκού στυλ μεγαλόσχημη πολιτική, αλλά μάλλον να εξιχνιάσουμε τις λανθάνουσες τελικότητες μέσα στην υπάρχουσα κατάσταση των πραγμάτων, ώστε να αφυπνίσουμε και να ισχυροποιήσουμε το δυναμικό της για αντίσταση, ανατροπή και καταστροφή.

Πράγματι, μετά την αποκάθαρση του ανταγωνισμού, που βασίζεται στην αρχή, σύμφωνα με την οποία “το ένα διαιρείται σε δυο,” μπορούμε να δούμε ότι η ίδια εμμένεια σαν φιλοσοφική έμπνευση μιας δεύτερης μορφής του αριστερού κομμουνισμού βρίσκει το στήριγμά της ακόμη σε μια άλλη Μαοϊκή αρχή, συγκεκριμένα, σ’ εκείνη σύμφωνα με την οποία “όπου υπάρχει καταπίεση, υπάρχει κι εξέγερση.” Για την ακρίβεια, η εξέγερση σ’ αυτήν την περίπτωση προηγείται οντολογικά της καταπίεσης. Πράγματι, έναν τέτοιο τρόπο σκέψης μπορούμε να βρούμε σε διάφορες μορφές, από τον Μισέλ Φουκώ ως τον Ζιλ Ντελέζ κι ως τον Τόνι Νέγκρι. “Ακόμη περισσότερο, στις τελευταίες αναλύσεις της εξουσίας υποστηρίζεται ότι η αντίσταση έρχεται πρώτη,” όπως γράφει ο Ντελέζ στο βιβλίο του για τον Φουκώ: “Επομένως, δεν υπάρχει κανένα διάγραμμα, το οποίο να μην περιλαμβάνει, πέρα από τα σημεία που συνδέει, κι άλλα σχετικά ελεύθερα ή απεριόριστα σημεία, που είναι στοιχεία δημιουργίας, μεταβολής, αντίστασης, κι ίσως θα έπρεπε να αρχίζαμε απ’ αυτά για να καταλαβαίναμε το όλο.” [21] Ακόμη κι ο Μπαντιού προτείνει αυτή την ίδια ιδέα στο πλαίσιο της παλιότερης επίθεσής του εναντίον του Ντελέζ, μνημονεύοντας απευθείας τη ρήση του Πρόεδρου Μάο: “Όπου υπάρχει καταπίεση, υπάρχει κι εξέγερση,” στην οποία ο Μπαντιού προσθέτει: “Αλλά είναι η εξέγερση αυτή που, όταν έρθει η ώρα της, κρίνει τη μοίρα της καταπίεσης κι όχι αντίστροφα.” [22] Ακόμη κι ο Γκλυκσμάν, που ποτέ δεν μένει πίσω, αν είναι να ακολουθήσει κάτω από τη σκιά των αυθεντικών διανοητών της χειραφέτησης, οικειοποιείται κι ο ίδιος την αρχή αυτή, όταν στον Μάγειρα και τον Φαγά του Ανθρώπου, παρατηρεί: “Στην αρχή υπήρχε η αντίσταση.” [23] Όμως, απ’ αυτήν την οντολογική πρωτοκαθεδρία της αντίστασης, η προσοχή των Νέων Φιλοσόφων γρήγορα στρέφεται πάλι προς την ακαταμάχητη εξουσία της καταπίεσης, όπως αυτό καταδεικνύεται από την φοβέρα του κράτους. “Γι’ αυτό το λόγο τα πολιτικά συμπεράσματα του Γκλυκσμάν είναι ιδιαίτερα απεγνωσμένα,” όπως ισχυρίζονται ο Μπαντιού κι ο François Balmès στο βιβλίο τους Για την ιδεολογία: “Μας λεει ‘Εκεί όπου τελειώνει το κράτος, αρχίζει το ανθρώπινο ον,’ αλλά ως προς τη λαϊκή πάλη ενάντια στο κράτος, αναπολεί μόνο τη σκυθρωπή κι επαναληπτική διάρκεια, το άπειρο πείσμα, ενώ πουθενά δεν ξεχωρίζει κανένα οποιοδήποτε επίτευγμα του ανθρώπινου όντος σ’ αυτή τη συνεχιζόμενη συσσώρευση της δύναμης. Διαβάζοντάς τον, σαν να φαίνεται ότι το ανθρώπινο ον δεν είναι έτοιμο να αρχίσει.” [24]

Εν κατακλείδι, είναι μια ορισμένη αριστερίστικη και πρώην Μαοϊκή απόκλιση αυτή που, από τη μια μεριά, αναμασάει το μελόδραμα του διαιρημένου στα δυο κόσμου. Δεν είναι τόσο “Το ένα διαιρείται στα δυο,” όσο “Το δυο φορές το ένα,” βασισμένο πάνω σε μια αρχή της απόλυτης εξωτερικότητας και διάστασης. Από την άλλη μεριά, βρίσκουμε έναν αριστερό κομμουνισμό, βασισμένο πάνω στην εμμενή αντιστρεψιμότητα μεταξύ της εξουσίας και της αντίστασης, του καπιταλισμού και του κομμουνισμού ή ακόμη και της αυτοκρατορίας και του πλήθους, σαν τις δυο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Στην περίπτωση αυτή, δεν υπάρχει πλέον το έξω, αλλά ούτε υπάρχει κι η προστατευτική σκεπή ενός προσυγκροτημένου μέσα, αφού και το μέσα και το έξω δεν είναι τίποτε άλλο παρά τα απατηλά άκρα μιας διαλεκτικής, η οποία είναι τώρα, μέσα στη νέα παγκόσμια τάξη, εντελώς ξεπερασμένη, πέρα από τη μορφή των νοσταλγικών και μελοδραματικών παλινδρομήσεων. “Ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός,” χωρίς όμως να χρειάζεται ποτέ να στηριζόμαστε σ’ έναν ιδεαλιστικό Hintenwelt, “σ’ έναν κόσμο πίσω από τον κόσμο.” Αν ακόμη υπάρχει το δυο απ’ αυτήν την άποψη, δεν απαιτεί πλέον τη διαίρεση, τόσο όσο το δέσιμο και το λύσιμο του κόμπου.

3. Η τρέχουσα κατάσταση και το έργο μας ή ο κομμουνισμός στην Κοτσαμπάμπα

Πού λοιπόν στεκόμαστε σήμερα σε σχέση με τη διαπάλη μεταξύ του αριστερού κομμουνισμού και του Αλφάβητου του Μαρξισμού; Τα πάντα φαίνονται να δείχνουν ότι, μέσα σε μια εποχή, που είναι σημαδεμένη από την κρίση του καπιταλιστικού κοινοβουλευτισμού και της κομματικής μορφής της πολιτικής εν γένει, το μόνο που έχει μείνει στα μάτια των πλέον ριζοσπαστικών σύγχρονων διανοητών είναι η απεριόριστη κι αυθόρμητη καταφατική ενέργεια του καθαρού κομμουνισμού, απαλλαγμένου απ’ όλα τα ιστορικά συμβιβαστικά δεσμά του, που κάποτε στηριζόταν πάνω στα τώρα κακόφημα ονόματα των Μαρξ, Λένιν, Στάλιν ή Μάο.

Για παράδειγμα, ακόμη και μέχρι το 1982, στην Θεωρία του Υποκειμένου, ο Αλαίν Μπαντιού συνέχιζε να συμπεριλαμβάνει τον κομμουνισμό μεταξύ αυτών που ονόμαζε, με μια χαριτωμένη αναφορά σ’ ένα από τα σεμινάρια του Λακάν, οι “τέσσερις θεμελιώδεις έννοιες του Μαρξισμού,” μαζί με την πάλη των τάξεων, τη δικτατορία του προλεταριάτου και την επανάσταση. Τι συμβαίνει τότε, όταν απ’ αυτές τις τέσσερις θεμελιώδεις ιδέες, κρατιέται μόνο εκείνη του κομμουνισμού –επιπρόσθετα ανυψωμένη στην υπόσταση της Πλατωνικής ή της Καντιανής Ιδέας; Είναι ακόμη θεμιτό να συνδέουμε μια τέτοια “Ιδέα” του κομμουνισμού με τον Μαρξισμό (και την ιστορία του) σαν πολιτική; Και, πιο γενικά, ακόμη κι αν θεωρούμε κλειστή ή κορεσμένη την περίοδο, κατά την οποία η πολιτική μπορούσε, από ιστορικής πλευράς, να αναφέρεται στον Μαρξισμό, τι να κάνουμε με τα τελευταία καλέσματα του Μπαντιού για έναν πλήρη διαχωρισμό της κομμουνιστικής υπόθεσης από την κομματική μορφή της πολιτικής κι από τις δομές του κράτους; [25]

Αναφορικά με το ζήτημα του κομμουνισμού και του κράτους, γράφει ο Μπαντιού στο Για μια Σκοτεινή Καταστροφή: “Στο επίπεδο της υποκειμενικότητας, η συγκεκριμένη ιστορία των κομμουνισμών (αναφέρομαι σ’ αυτούς εδώ με βάση την κοινή τους ταυτότητα, των κομμάτων, των ομάδων, των στρατευμένων μαχητών, που είναι υπάκουα στελέχη ή διαφωνούντες) δεν στηρίζεται σε κανένα ‘παραδεισένιο’ κράτος, το οποίο λειτουργεί μόνο σαν μια τυχαία αντικειμενικοποίηση.” Και πιο κάτω προσθέτει: “Υπάρχει μια υπόθεση, η οποία είναι ισχυρότερη κι απλούστερη: είναι το ότι η πολιτική κι, άρα, η υποκειμενική ιστορία του κομμουνισμού ουσιαστικά είναι διαχωρισμένες από τις ιστορίες τους σαν κράτος.”

Αναφορικά όμως με το Λενινιστικό κόμμα, να τι συμπεράσματα βγάζει ο Μπαντιού στην “Υπόθεση του Κομμουνισμού,” ένα κεφάλαιο από το μικρό του βιβλίο Για τη Σημασία του Σαρκοζύ, όπου στην πραγματικότητα επαναλαμβάνει μια περιοδολόγηση, που μπορεί ήδη να βρεθεί, σε κάποια σημεία αυτολεξεί, στην Θεωρία του Υποκειμένου: “Το κόμμα υπήρξε ένα κατάλληλο εργαλείο για την ανατροπή των εξασθενισμένων αντιδραστικών καθεστώτων, αλλά αποδείχθηκε ότι δεν είναι καθόλου προσαρμοσμένο για την οικοδόμηση της ‘δικτατορίας του προλεταριάτου,’ με την έννοια που εννοούσε ο Μαρξ –δηλαδή, σαν ένα προσωρινό κράτος, το οποίο οργανώνει τη μετάβαση στο μη κράτος, τον διαλεκτικό ‘εξαφανισμό’ του. Αντίθετα, το κόμμα-κράτος εξελίχθηκε σε μια νέα μορφή αυταρχισμού,” μ’ αποτέλεσμα η τελευταία ιστορική πραγμάτωση της κομμουνιστικής υπόθεσης, μεταξύ του 1917 και του 1976, να καταλήξει να στοχεύει στην ίδια τη μορφή του κόμματος: “Οι τελευταίες μεγάλες αναστατώσεις της δεύτερης περιόδου –η Πολιτιστική Επανάσταση κι ο Μάης του 68, με την ευρεία έννοια– μπορούν να κατανοηθούν ως προσπάθειες επικεντρωμένες πάνω στην ανεπάρκεια του κόμματος.” [26]

Τι μπορούμε λοιπόν να κάνουμε με μια κομμουνιστική υπόθεση, από την οποία όλοι οι παραδοσιακά εμπλεκόμενοι όροι –το κόμμα, τα συνδικάτα, τα κοινοβούλια κι οι λοιποί εκλογικοί-δημοκρατικοί μηχανισμοί στο Αλφάβητο του Μαρξισμού του Λένιν– έχουν αφαιρεθεί ή έχουν χτυπήσει την κάρτα της εξόδου, για να αφήσουν στη θέση της μόνο την αυτόνομη δράση των μαζών για την υλοποίηση των αναλλοίωτων αρχών του κομμουνισμού (δηλαδή, των ιδεολογικών στοιχείων, τα οποία αντιτίθενται στην ιδιοκτησία, την εξουσία, την ιεραρχία, όπως είχαν αρχικά ορισθεί το 1976 από τον Μπαντιού και τον Balmès στο Για την Ιδεολογία), αλλά πάντοτε βρίσκονται σ’ απόσταση από το κράτος; Δεν έχουμε τότε επιστρέψει στο σχήμα του αριστερού κομμουνισμού;

Φυσικά, στην παρούσα εποχή του τρόμου και της κρίσης, ή της κρίσης και του τρόμου, ο αριστερισμός πάντα προσφέρει έναν ελκυστικό ηθικό-δεοντολογικό υψηλό χώρο. Πράγματι, το κάλεσμα της υπόθεσης του αριστερισμού φαίνεται μια χαρά να αντιστοιχεί στην άνοδο, σε μια παγκόσμια στροφή, της δεξιάς, μόνο με λίγες εξαιρέσεις παγκοσμίως, ιδιαίτερα στη Λατινική Αμερική. Αυτό θα μπορούσε να εξηγήσει την αναζωπύρωση διάφορων μορφών θεωρητικού αριστερισμού μέσα στην ονομαζόμενη ριζοσπαστική φιλοσοφία σήμερα. Σε μια κατάσταση αχαλίνωτου συντηρητισμού κι απερίφραστων αντιδραστικών πολιτικών, ιδίως στην Ευρώπη, αλλά και στις ΗΠΑ, όπου ο Ομπάμα αντιμετωπίζει μια απίθανη παράδοση πλιάτσικου κι αρπαγών, όπως εδραιώθηκαν σε μια πρωτόγνωρη κλίμακα μηδενισμού και καταστροφής κάτω από τα χρόνια των θητειών του Μπους, όταν οι νέες μορφές πολιτικής οργάνωσης είναι ήδη ανύπαρκτες ή ανεπαρκώς διαρθρωμένες, η πλέον δελεαστική στάση είναι πράγματι εκείνη του αριστερίστικου ιδεαλισμού ή τυχοδιωκτισμού.

Ο αριστερισμός, μ’ άλλα λόγια, εμφανίζεται σήμερα σαν η όμορφη ψυχή του κομμουνισμού, πλην όμως, θα πρόσθετα ότι, χωρίς την ψυχή αυτή, η κομμουνιστική Ιδέα δεν είναι τίποτε άλλο παρά ίσως το άδειο κέλυφος ενός σώματος, αν όχι ενός εφησυχαστικά βαλσαμωμένου και μουμιοποιημένου σώματος. Αντίστροφα, όποτε εγείρεται το ζήτημα της οργάνωσης, τα παλιά φαντάσματα του Λενινισμού, της σιδερένιας κομματικής πειθαρχίας και της κριτικής του συνδικαλισμού και του σοσιαλδημοκρατικού ρεφορμισμού, αναπόφευκτα ξανασηκώνουν το άσχημο παράστημά τους. Μ’ αυτή την έννοια, ξέρω ότι πολλοί από εσάς θα υποστηρίζατε ότι είχαμε αρχίσει με μια λάθος κίνηση παίρνοντας σαν σημείο της εκκίνησής μας το φυλλάδιο του Λένιν για τον αριστερό κομμουνισμό με τα αδιέξοδά του μεταξύ κοινωνικού κινήματος και κομματικής οργάνωσης, ή μεταξύ αναρχισμού και κράτους.

Όμως, στους τελικούς σχολιασμούς μου, θα ήθελα να εξετάσω κάποιες από τις προϋποθέσεις, που βρίσκονται πίσω από το φερόμενο αυτό αδιέξοδο, και να εστιασθώ πάνω σ’ έναν άλλο κύριο κομμουνιστή διανοητή της εποχής μας και συγκεκριμένα στο συνεργάτη του Έβο Μοράλες κι αντιπρόεδρο της κυβέρνησης της Βολιβίας Άλβαρο Γκαρσία Λινέρα (Álvaro García Linera), ο οποίος είναι ο συγγραφέας όχι μόνο δυο σημαντικών βιβλίων για τον Μαρξ και τον Μαρξισμό, γραμμένων ενώ εξέτινε στην φυλακή στην δεκαετία 1990 την ποινή του, έχοντας κατηγορηθεί για ανατρεπτική δραστηριότητα, αλλά όντας επίσης και συγγραφέας μιας βασικής συλλογής των κοινωνιολογικών κειμένων του, που εκδόθηκαν στις αρχές του 2009 στην Αργεντινή κάτω από τον τίτλο Η Δύναμη των Πληβείων (La potencia plebeya).

[Εδώ, παρεμπιπτόντως, θα ήθελα να προσθέσω πόσο έχω στεναχωρηθεί που ο Γουάνγκ Χούι (Wang Hui) δεν τα κατάφερε να έρθει στο συνέδριο αυτό. Θα ήθελα να συνεχίζαμε το διάλογο, που είχαμε αρχίσει μαζί πριν ενάμισι χρόνο στο Κορνέλ, όπου συζητούσαμε όχι μόνο για τον Μαοϊσμό, που βρίσκεται στη βάση πολλών από τα πιο αυθεντικά χειραφετικά πολιτικά φαινόμενα σ’ όλον τον κόσμο σήμερα, αλλά και για μια παράτολμη υπόθεση, ότι το κλειδί για την ανανέωση του κομμουνισμού στο μέλλον, όπως αναμφίβολα ο Σάντρο Ρούσο θα συμφωνούσε μαζί μου, θα μπορούσε να αναζητηθεί μάλλον στις συνεργασίες περιφέρειας-με-περιφέρεια, π.χ., μεταξύ Ιαπωνίας και Βραζιλίας ή μεταξύ Κίνας και των Τσιάπας, περιφερειακές συνεργασίες που θα παρέκαμπταν τα μητροπολιτικά κέντρα της ονομαζόμενης Παλιάς Ευρώπης. Μ’ αυτήν την έννοια, ο φόρος τιμής, που θα ήθελα να αποτίσω στον Γκαρσία Λινέρα, πρέπει να γίνει κατανοητός και σαν μια προσπάθεια διόρθωσης. Με τον Σλάβοϊ Ζίζεκ προσπαθήσαμε να τον φέρουμε εδώ, αλλά δυστυχώς αυτό αποδείχθηκε αδύνατο. Θα ήθελα ακόμη να ομολογήσω ότι δεν μπόρεσα ακόμη να διαβάσω το μικρό βιβλίο, που έγραψε ο Γκαρσία Λινέρα μαζί με τον Μάικλ Χαρντ και τον Τόνι Νέγκρι, το οποίο προέκυψε από την επίσκεψη των δυο τελευταίων στην Βολιβία: το βιβλίο αυτό έφθασε μόλις χθες και με περιμένει στο σπίτι μου στη δεύτερη πατρίδα μου το Μεξικό. Σαν μια ταπεινή επανόρθωση λοιπόν θα ήθελα με τα παρακάτω σχόλια να συμβάλω σε μια πολύ στοιχειώδη συμπερίληψη τουλάχιστον κάποιων λίγων πλευρών της Λατινικής Αμερικής, η οποία δυστυχώς είναι απούσα από το πρόγραμμά μας.]

Ο ίδιος ο τίτλος, Η Δύναμη των Πληβείων, για να αρχίσουμε μ’ αυτό, θα μπορούσε να εκληφθεί ότι αποτίει το χρέος του και στις δυο τις μορφές του αριστερισμού, που περιγράφηκαν πιο πάνω. Επιπλέον, σε πολλά από τα κείμενά του, ο Γκαρσία Λινέρα σφυροκοπεί αδιάκοπα εκείνους τους σεχταριστές, καταστροφολόγους ή μυστικοπαθείς ψευτο-αριστεριστές (“pseudoizquierdistas”), που θα επιβεβαίωναν την ταύτισή τους προφανώς σαν γνήσιοι αριστεριστές. Αλλά φυσικά, τα πράγματα δεν είναι ποτέ τόσο απλά.

Από την άλλη μεριά, η αναφορά στους πληβείους (ο Λινέρα μιλά για “τους αρματωμένους πληβείους,” “τους επαναστατημένους πληβείους” και “τους εξεγερμένους πληβείους”) πράγματι περιλαμβάνει μια συνεχή προσπάθεια παράκαμψης της κλασικής φιγούρας του προλεταριάτου, έτσι όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα στα μεγάλα εργοστάσια, για χάρη μιας διαφορετικής και πιο ευέλικτης σύνθεσης του επαναστατικού υποκειμένου (μια σύνθεση την οποίαν ο Λινέρα ονομάζει “ετερογενή” [abigarrada], προφανώς δανειζόμενος τον όρο από τον διάσημο Βολιβιανό κοινωνιολόγο René Zavaleta, ενώ στην πραγματικότητα η έννοια και το όνομα του όρου αυτού ήδη εμφανίζονται στο φυλλάδιο του Λένιν για τον αριστερισμό). [27] Επιπλέον όμως, η πληβειακή αναφορά είναι γενικώς συνεπής προς την αριστερίστικη ή λαϊκίστικη προσφυγή και σ’ άλλα ονόματα των άμορφων ή ακόμη ασχηματοποίητων μαζών: από τον όχλο του Χέγκελ ως τους λούμπεν του Μαρξ και του Λακλάου και τις ορδές του Ντελέζ. Όπως εξηγούν ο Ζακ κι η Ντανιέλ Ρανσιέρ σ’ ένα άρθρο τους για τον αριστερισμό στην Γαλλία της δεκαετίας 1970, ονόματα σαν κι αυτά, κι ιδιαίτερα το όνομα των πληβείων, αυτό που υπόσχονται είναι κάποιοι τρόποι παράκαμψης του ζητήματος της εκπροσώπησης σαν εμπόδιο, πάνω στο οποίο προσαράζει κάθε χειραφετική πολιτική:

[…] η φιγούρα του πληβείου εμφανίζεται για εκείνον, που η διανόηση τον αναπαριστά όπως χθες αναπαριστούσε το προλεταριάτο, αλλά, για την ακρίβεια, μ’ έναν τέτοιο τρόπο που αρνείται την αντιπροσώπευση, καθώς ο πληβείος σηματοδοτεί ταυτόχρονα και την θετικότητα των βασάνων και του δημόσιου περίγελου και το μερίδιο της άρνησης, της αρνητικότητας, που ο κάθε πληβείος φέρνει μέσα του, καθώς πραγματοποιεί την ενότητα μεταξύ της διανόησης και του λαού […]. [28]

Στη Δύναμη των Πληβείων, αυτή η πολυ-αναζητημένη ενότητα μεταξύ διανόησης και λαού παραδόξως επιχειρεί να αποποιηθεί της κάθε φιγούρας του ενδιάμεσου τρίτου (el tercero incluido), ο οποίος στη Λατινική Αμερική συνήθως είναι ένας λευκός δικηγόρος ή ένας ισπανότροπος μιγάς (ladino) σαν ο άνθρωπος “που γνωρίζει” –η ειρωνεία είναι ότι αυτό ήταν το σύνθημα του Γκαρσία Λινέρα στην εκλογική εκστρατεία του 2006– έτσι ώστε πολλά από τα πλήγματα, που τα δοκίμια της συλλογής αυτής καταφέρουν εναντίον της αντιπροσωπευτικής φιγούρας του διανοούμενου, να μπορούν να διαβαστούν και σαν μια φρόνιμη αυτο-κριτική. Γυρνώντας πίσω στην εμμένεια (immanence) σαν πηγή της δεύτερης εκδοχής του σύγχρονου αριστερισμού, η αναζήτηση αυτή της υπέρβασης της αντιπροσώπευσης αναπτύσσεται περαιτέρω μέσα από την έννοια της potencia στον τίτλο του βιβλίου του Γκαρσία Λινέρα, μιας έννοιας που είναι τόσο δύσκολο να μεταφρασθεί στις μη λατινογενείς γλώσσες, όπως η potenza του Νέγκρι: η “δυνητικότητα” (ή το “εν δυνάμει,” “potentiality” στα Αγγλικά) ηχεί σαν ένας ακρωτηριασμένος Αριστοτελισμός χωρίς την “υπαρκτότητα” (“actuality” στα Αγγλικά) αλά Αγκάμπεν, η “ικανότητα” (“potency” στα Αγγλικά) είναι μια έννοια υπερβολικά σεξιστική και προκατειλημμένα ανδροπρεπής και, παρότι η “δύναμη” (“power” στα Αγγλικά) δημιουργεί μια ολέθρια σύγχυση με τη συνήθη μετάφραση του Ισπανικού poder ή του Ιταλικού potere, εφόσον δεν έχουμε κάτι καλύτερο, ας αποδώσουμε έτσι (σαν “δύναμη”) το “potencia” στα Ελληνικά. Βέβαια, στα Ισπανικά, το επιπλέον καλό με το potencia είναι το γεγονός ότι εύκολα μετατρέπεται σε ρήμα, το potenciar, το οποίο σημαίνει “ισχυροποιώ” (“empower” στα Αγγλικά) ή στην κυριολεξία, “καθιστώ δυνατό/δυναμικό,” αλλά και ταυτόχρονα “πραγματοποιώ” (“actualize” στα Αγγλικά) αυτό που αλλιώς θα παρέμενε ακόμη δυνητικό.

Τα πιο εκπληκτικά τμήματα της Δύναμης των Πληβείων, πράγματι, είναι εκείνα που αναφέρονται στη σύγχρονη συνάφεια του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, στα οποία ο Λινέρα, επίσης ακολουθώντας το Grundrisse του Μαρξ και τον τρόπο που το διάβασε ο Νέγκρι, ξεσκεπάζει την εμμενή τελικότητα του καπιταλισμού σαν το σύστημα, που ταυτόχρονα περιέχει κι ένα ακόμη αφηρημένο δυναμικό για τον κομμουνισμό. “Η τοποθέτηση του Μαρξ στο Μανιφέστο σε σχέση μ’ αυτήν την καθολικοποίηση του κεφαλαίου συνίσταται απλώς στην κατανόηση των δυναμικών της χειραφέτησης, που είναι κρυμμένα εκεί μέσα, αλλά τα οποία ως τώρα εμφανίζονται παραμορφωμένα και διαστρεβλωμένα κάτω από τον κυρίαρχο καπιταλιστικό ορθολογισμό,” γράφει ο Λινέρα, έτσι ώστε “η κριτική ανάλυση να πρέπει να φέρει στο φως τις τελικότητες, τις χειραφετικές τάσεις της εργασίας ενάντια στο κεφάλαιο, που ουσιαστικά είναι φωλιασμένες μέσα του και τις οποίες οι Μαρξιστές πρέπει να κατανοήσουν και, με κάθε μέσο στη διάθεσή τους, να τις ισχυροποιήσουν.” [29] Αυτό επίσης σημαίνει ότι το δυναμικό των πληβείων, ενώ επί του παρόντος είναι ακόμη υπνωτισμένο κι αφηρημένο, ήδη βρίσκεται μέσα στη δύναμη του κεφαλαίου, αντί να αντιπαρατίθεται απ’ έξω σ’ αυτό μέσω του ονείρου της άρνησης της δύναμής του. Μ’ άλλα λόγια, η πραγματική κίνηση, που καταργεί την τρέχουσα κατάσταση των πραγμάτων, δεν είναι κανένα υποθετικό ιδεαλιστικό όνειρο, αλλά συνδέεται μ’ ένα γνήσια υλιστικό και κριτικό, αν όχι διαλεκτικό, τρόπο με τις τάσεις και τις τελικότητες, που είναι εγγενείς μέσα στον καπιταλισμό.

Παρόλα αυτά, η δύναμη των πληβείων δεν αναδύεται αυθόρμητα μέσα από την κρίση και την ανικανότητα του καπιταλισμού, γιατί το κεφάλαιο συνεχίζει να αναπαράγεται, να παράγει ακόμη περισσότερο κεφάλαιο –ακόμη και χάρη στις παγκόσμιες κρίσεις, όπως την τρέχουσα. Καθώς ο Μαρξ, παρατιθέμενος από τον Λινέρα, συνήθιζε να λεει, κάτι που θα μπορούσε ίσως να ήταν η τέλια πάσα για την παρέμβαση του Τζιάνι Βατίμο την Κυριακή: “Οι κοινωνικές μεταρρυθμίσεις ποτέ δεν επιτυγχάνονται λόγω της αδυναμίας των ισχυρών, αλλά αποτελούν πάντα την έκβαση της δύναμης των ασθενών.” [30] Η ενδυνάμωση αυτή των ασθενών εξαρτάται από μια μαζική και συχνά βίαια πράξη στρέψης (torsion) ή παραβίασης (forcing), την οποίαν ο Γκαρσία Λινέρα –σπουδασμένος μαθηματικός, που, όπως ο Μπαντιού, αναμφίβολα πιστεύει ότι είναι δυνατό να διδάξουμε μαθηματικά σ’ ένα παιδί τεσσάρων ετών– επίσης ονομάζει καμπυλότητα του κομμουνιστικού αυτο-προσδιορισμού. “Μ’ άλλα λόγια, το κεφάλαιο ξεδιπλώνει το δυναμικό της κοινωνικής εργασίας μόνο σαν μια αφαίρεση, σαν μια δύναμη, η οποία είναι σταθερά υποταγμένη κι ευνουχισμένη από τον ορθολογισμό της εμπορικής αξίας. Το γεγονός ότι οι τάσεις αυτές μπορούν ακόμη να επιπλέουν δεν είναι πια ζήτημα του κεφαλαίου, το οποίο, όσο υπάρχει, δεν πρόκειται ποτέ να τις επιτρέψει να ανθίσουν. Είναι ζήτημα της εργασίας πάνω κι ενάντια στο κεφάλαιο, στη βάση του τι το κεφάλαιο, σαν τέτοιο, έχει κάνει,” συμπεραίνει ο Λινέρα. Και πιο κάτω προσθέτει: “Το σπάσιμο αυτού του προσδιορισμού, η καμπύλωση προς μια άλλη κατεύθυνση του ταξικού χώρου ή, μ’ άλλα λόγια, η δυνατότητα καθορισμού της εργασίας μόνο πάνω στη βάση της ίδιας της εργασίας, είναι ένα ζήτημα της οικοδόμησης της εργατικής τάξης για τον εαυτό της, του προσδιορισμού της εργασίας για τον εαυτό της, απέναντι στην απαλλοτρίωση του κεφαλαίου: είναι το ιστορικό-υλιστικό πρόβλημα του αυτο-προσδιορισμού.” [31]

Απ’ όλες αυτές τις πολύ σύντομες παρατηρήσεις, θα ήθελα να βγάλω δυο συμπεράσματα, τα οποία είναι δυο καθήκοντα σε σχέση με την κομμουνιστική θέση, που πιθανόν να μπορούν τελικά να μας φέρουν μαζί σ’ ένα ενωμένο μέτωπο, στο οποίο η επιχειρηματολογία του Μπαντιού για την αφαίρεση από το κόμμα και το κράτος, για παράδειγμα, δεν θα έπρεπε πια να αποκλείει να πάρουμε στα σοβαρά τις προτάσεις κάποιου σαν τον Γκαρσία Λινέρα.

Το πρώτο καθήκον πρέπει να συνίσταται στην ιστορικοποίηση της κομμουνιστικής υπόθεσης. Όπως έγραφα του Ζίζεκ και του Πήτερ Χώλγουορντ, αμέσως μετά αφού διάβασα το μικρό βιβλίο του Μπαντιού για τον Σαρκοζύ, αυτό που ταυτόχρονα αποτελεί την ομορφιά και την απλότητα της ιδέας, που για πρώτη φορά είχε προταθεί από τους Μπαντιού και Balmès στο Για την Ιδεολογία, είναι το γεγονός ότι ο κομμουνισμός ορίζεται, αφενός, από μια σειρά από αναλλοίωτες αξιωματικές αρχές, οι οποίες συναντώνται κάθε φορά που μια μαζική κινητοποίηση συγκρούεται απευθείας για τα προνόμια της ιδιοκτησίας, της ιεραρχίας και της εξουσίας, κι, αφετέρου, από τους ιδιαίτερους πολιτικούς δρώντες, οι οποίοι πραγματώνουν κι υλοποιούν, μέσα στην ιστορική προοπτική και με ποικίλους βαθμούς επιτυχίας ή τελικότητας, αυτές τις ίδιες αναλλοίωτες αρχές. Μ’ άλλα λόγια, το πρώτο καθήκον μας είναι να γράψουμε, σαν να υπήρχε, μια ιστορία της κομμουνιστικής αιωνιότητας, μ’ έναν εξωπραγματικό Μποργκεσιανό τρόπο. Η κομβική έννοια, απ’ αυτή την άποψη, δεν είναι η ορθόδοξη έννοια των φάσεων μιας διαλεκτικής περιοδολόγησης, αλλά των ακολουθιών της κομμουνιστικής υπόθεσης κάτω από έναν αυστηρά εμμενή προσδιορισμό.

Όμως, εκτός από το να αφεθεί η κομμουνιστική υπόθεση να λάμψει μ’ όλη εκείνη τη διαχρονική λαμπρότητα της Πλατωνικής ή Καντιανής Ιδέας, ο κομμουνισμός πρέπει επίσης να πραγματοποιηθεί και να οργανωθεί σαν την πραγματική κίνηση, που καταργεί την παρούσα κατάσταση των πραγμάτων. Μ’ άλλα λόγια, ο κομμουνισμός πρέπει να ξαναβρεί την εγγραφή του μέσα στο συγκεκριμένο σώμα ή τη σάρκα του πολιτικού υποκειμένου –ακόμη κι αν μια τέτοια πράξη υποκειμενικοποίησης δεν περνά πια μέσα από την παραδοσιακή μορφή του κόμματος, για να ενσαρκωθεί. Μετά λοιπόν από την ιστορικοποίηση της αιωνιότητας, αυτό είναι το δεύτερο καθήκον για την ανανέωση της κομμουνιστικής υπόθεσης στην τρέχουσα κατάστασή μας. Όπως γράφει ο Μπαντιού στο Για μια Σκοτεινή Καταστροφή: “Το σημείο όπου μια στιγμή της σκέψης αφαιρείται από το κράτος, εγγράφοντας την αφαίρεση αυτή στο είναι, συγκροτεί το πραγματικό της πολιτικής. Και μια πολιτική οργάνωση δεν έχει άλλο σκοπό από το ‘να κρατά το κερδισμένο βήμα’ (‘tenir le pas gagné,’ μια αναφορά στο Μια Εποχή στην Κόλαση του Rimbaud), δηλαδή, να παρέχει ένα σώμα για εκείνη τη σκέψη, η οποία, μέσα από τη συλλογική ανάμνηση, μπορεί πάντα να βρίσκει τη δημόσια χειρονομία της ανυπακοής, που τη θεμελιώνει.” [32] Αλλά, φυσικά, αυτό είναι ακριβώς και το σημείο που μπορούν να βρεθούν οι αιτίες όλων των κύριων διαφωνιών, συμπεριλαμβανομένων κι εκείνων μεταξύ των συμμετεχόντων του παρόντος συνεδρίου.

Όμως, σε διάφορα σημεία στη Δύναμη των Πληβείων, έχει αρκετό ενδιαφέρον το γεγονός ότι ο Γκαρσία Λινέρα εφιστά την προσοχή μας σε μια επιστολή του Μαρξ προς τον Freiligrath, γραμμένη στις 29 Φεβρουαρίου 1860, όπου γράφει ο Μαρξ ότι, μετά τη διάλυση της Λίγκας των Κομμουνιστών το 1852, ο ίδιος δεν ανήκε ούτε σ’ αυτή ούτε, το ίδιο διάστημα, και σε καμία άλλη δημόσια ή μυστική οργάνωση, [κι εδώ παραθέτω το απόσπασμα από την επιστολή του Μαρξ] “επειδή το κόμμα, μ’ αυτήν την εντελώς εφήμερη έννοια, έχει παύσει να υπάρχει για μένα πριν από οκτώ χρόνια […]. Όταν μιλούσα για το κόμμα, το καταλάβαινα με τη μεγάλη ιστορική έννοια της λέξης.” [33] Με βάση αυτό, θα προχωρήσει ο Γκαρσία Λινέρα να μας καλέσει για μια επανάκτηση κι ορθή κατανόηση των δυο αυτών εννοιών του κόμματος, την εφήμερη και τη μεγάλη ιστορική έννοια, μέσα από τρόπους που ταιριάζουν απόλυτα με κάποια από τα λιγότερο γνωστά λόγια του Μπαντιού πάνω στο ίδιο θέμα, ακόμη και μέχρι τη Μεταπολιτική του, στα οποία κάνει έκκληση για μια στρατευμένη μορφή της πολιτικής χωρίς κόμμα:

Η ιστορική κι η εφήμερη έννοια του κόμματος σχηματίζουν μια ιστορική διαλεκτική του κόμματος στον Μαρξ, την οποίαν οφείλουμε να υπερασπίσουμε σήμερα, όντας αντιμέτωποι με την τραγική εμπειρία του κόμματος-κράτους, που κυριαρχεί στα οργανωτικά βιώματα ενός μεγάλου τμήματος της Αριστεράς σ’ όλον τον κόσμο. Το κόμμα-κράτος, σ’ όλες τις περιπτώσεις, ήταν το αντίγραφο-μινιατούρα του ιεραρχικού κρατικού δεσποτισμού, ο οποίος είχε αλλοτριώσει τη στρατευμένη βούληση μέσα στην παντοδύναμη εξουσία των αφεντικών και των κομματικών στελεχών. Μ’ αποτέλεσμα να μην εμφανίζονται πλέον οι επαναστατικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί, καθώς οι κομματικοί μηχανισμοί αυτοί επιδεικνύουν μια εκπληκτική ικανότητα ανάμειξης με την κρατική μηχανή, προσπαθώντας να την αναδομήσουν έτσι ώστε να κατέχουν την αποκλειστική λειτουργία της απαλλοτρίωσης της γενικής βούλησης και ταυτόχρονα να ενισχύουν την ορθολογικότητα της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, από την οποία [το κράτος-κόμμα] αναδύθηκε. [34]

Μήπως όμως μπορούμε να συναρθρώσουμε την ιδέα αυτή της επανάκτησης του κόμματος στο πλαίσιο της μεγάλης ιστορικής έννοιας μαζί με την ακόλουθη εκπληκτική υπεράσπιση της κομματικής-μορφής της πολιτικής από μεριάς Μπαντιού; “Είναι κρίσιμο να τονίσουμε ότι, για τον Μαρξ ή για τον Λένιν, οι οποίοι κι οι δυο συμφωνούν στο σημείο αυτό, το πραγματικό χαρακτηριστικό του κόμματος δεν είναι η σταθερότητά του, αλλά μάλλον το πορώδες του ως προς το συμβάν, η διαχυτική ευελιξία του απέναντι σ’ απρόβλεπτες περιστάσεις,” διαβάζουμε στην Μεταπολιτική του Μπαντιού. “Επομένως, αντί να αναφέρεται σ’ ένα πυκνό, περιορισμένο κομμάτι της εργατικής τάξης –αυτό που ο Στάλιν θα το ονομάσει ‘απόσπασμα’– το κόμμα [πρέπει να] αναφέρεται σε μια αποκαθηλωμένη πανταχού παρουσία, της οποίας ο ιδιαίτερος ρόλος είναι λιγότερο η αντιπροσώπευση της τάξης και περισσότερο η εξασφάλιση της ισότητάς της μ’ ο,τιδήποτε η ιστορία παρουσιάζει σαν απίθανο και περίσσιο σε σχέση με την ακαμψία των συμφερόντων, είτε υλικών ή εθνικών. Επομένως, οι κομμουνιστές ενσαρκώνουν την απεριόριστη πολλαπλότητα της συνείδησης, την ανυπόμονη πλευρά της, κι, άρα, και την επισφάλεια του [κοινωνικού] δεσμού, παρά τη σταθερότητά του. Δεν είναι άσκοπο λοιπόν το απόφθεγμα ότι το προλεταριάτο ότι δεν έχει τίποτε άλλο να χάσει εκτός από τις αλυσίδες του κι έχει έναν ολόκληρο κόσμο να κερδίσει.” [35]

Τέλος, σε σχέση με το κράτος, ο Γκαρσία Λινέρα προφανώς συμμερίζεται την ιδέα, την οποίαν είχαν εκφράσει στο σύνολό της ο Μαρξ κι ο Ένγκελς μετά την εμπειρία της Κομμούνας του Παρισιού, δηλαδή ότι, με τα λόγια του Ένγκελς, “το σύγχρονο κράτος, σ’ οποιαδήποτε μορφή κι αν πάρει, ουσιαστικά είναι ένας καπιταλιστικός μηχανισμός, είναι το κράτος των καπιταλιστών, ο ιδανικός συλλογικός καπιταλιστής.” [36] Κι επιπλέον, ο άνθρωπος, ο οποίος σε λίγο θα γίνει ο Αντιπρόεδρος της Βολιβίας [με μια φρασεολογία, που θυμίζει τις διατυπώσεις του Ρανσιέρ], προειδοποιεί επίσης ενάντια σ’ αυτό που το αποκαλεί “ένα είδος κρατικισμού, το οποίο το ονειρεύεται ο πρωτόγονος αναρχισμός. Η αφέλεια μιας κοινωνίας έξω από το κράτος δεν θα αποτελούσε τίποτε περισσότερο από έναν αθώο συλλογισμό, αν δεν επρόκειτο για το γεγονός ότι έτσι ‘ξεχνιέται’ ή κρύβεται πώς το κράτος ζει σε βάρος των πόρων ολόκληρης της κοινωνίας, εκχωρώντας με ιεραρχικό τρόπο τα αγαθά αυτά, με σκοπό τη διεύρυνση του συνόλου των κοινωνικών ανισοτήτων, και τεμαχισμών και καθοσιώνοντας την πρόσβαση σ’ αυτές τις δυνάμεις, μέσω της καταστολής που ασκεί και της νομιμοποίησης που παίρνει από το σύνολο των μελών της κοινωνίας. Το κράτος είναι λοιπόν μια ολική κοινωνική σχέση, όχι μόνο ο στόχος της φιλοδοξίας των ‘δυνατών’ ή των ‘διψασμένων για την εξουσία.’ Το κράτος, με κάποια έννοια, μας διαπερνά όλους κι από εκεί είναι που πηγάζει το δημόσιο νόημά του.” [37] Μ’ άλλα λόγια, ακόμη και το κράτος είναι τελικά δομημένο πάνω στο δυναμικό των πληβείων, οι οποίοι μπορούν πάντοτε να απαλλοτριώσουν τους απαλλοτριωτές, παίρνοντας πίσω αυτό που για τους τελευταίους πέντε αιώνες όριζε την κλεψιά της σύγχρονης εξουσίας στη Λατινική Αμερική.

Σε μια πρόσφατη συνέντευξη, αφού είχε ήδη αναλάβει τη θέση του δεύτερου στην ιεραρχία του κρατικού μηχανισμού της χώρας του, ο Γκαρσία Λινέρα πηγαίνει ακόμη τόσο μακριά ώστε να προτείνει τη δυνατότητα ότι το κράτος, εφόσον θα υπόκειται σε μια νέα συγκροτησιακή (constituent) εξουσία, να αποτελεί μια από τις ενσαρκώσεις, που θα μπορούσαν να καταστήσουν δυνατή την κομμουνιστική υπόθεση. Προφανώς, το να ισχυριστεί κάτι διαφορετικό θα ήταν ανακόλουθο από μεριάς ενός Αντιπροέδρου. Ακόμη όμως κι έτσι, βρίσκω τα λόγια του, όπως συνήθως, να είναι πειστικά και προκλητικά και, γι’ αυτό, θα τα παραθέσω εν εκτάσει:

Ο γενικός ορίζοντας της εποχής μας είναι κομμουνιστικός. Κι ο κομμουνισμός αυτός θα πρέπει να οικοδομηθεί πάνω στη βάση των ικανοτήτων αυτο-οργάνωσης των κοινωνιών, των διαδικασιών παραγωγής και διανομής του κοινοτιστικού (comunitaria), αυτο-διαχειριζόμενου πλούτου. Όμως, αυτή τη στιγμή, προφανώς ο ορίζοντας αυτός δεν είναι άμεσος, αλλά επικεντρώνεται στην κατάκτηση της ισότητας, την ανακατανομή του πλούτου, τη διεύρυνση των δικαιωμάτων. Η ισότητα είναι θεμελιώδης, επειδή σπάζει μια αλυσίδα πέντε αιώνων δομικής ανισότητας, κι αυτός είναι ο στόχος της εποχής, στο βαθμό που οι κοινωνικές δυνάμεις μας επιτρέπουν να προχωρήσουμε, όχι γιατί από μόνοι μας το προδιαγράφουμε με τέτοιο τρόπο, αλλά γιατί αυτό είναι που βλέπουμε. Ή, καλύτερα, κινητοποιούμαστε έχοντας τα μάτια μας, γεμάτα μ’ ανυπομονησία και λαχτάρα, στραμμένα προς τον κομμουνιστικό ορίζοντα. Αλλά ήμασταν σοβαροί κι αντικειμενικοί, με την κοινωνική έννοια του όρου, όταν σηματοδοτούσαμε τα όρια αυτής της κινητοποίησης. Κι από εδώ προήλθε η αντιδικία με διάφορους compañeros για το τι ήταν δυνατό να κάνουμε. Όταν μπήκα στην κυβέρνηση, αυτό που έκανα ήταν να επικυρώσω και να αρχίσω να λειτουργώ στο επίπεδο του κράτους σε σχέση μ’ αυτήν την ανάγνωση της τρέχουσας στιγμής. Επομένως, τι γίνεται με τον κομμουνισμό; Τι μπορεί να γίνει από το κράτος σε σχέση με τον κομμουνιστικό ορίζοντα; Να υποστηριχθεί όσο γίνεται περισσότερο το ξεδίπλωμα των οργανωτικών ικανοτήτων της ίδιας της κοινωνίας. Μέχρι αυτού του σημείου μπορεί να φθάσει αυτό που ένα αριστερό κράτος, ένα επαναστατικό κράτος, μπορεί να κάνει. Να διευρύνει την εργατική βάση και την αυτονομία του κόσμου της εργασίας, να καταστήσει δυνατές τις μορφές της κοινοτιστικής οικονομίας, όταν δημιουργηθούν πολλά κοινοτιστικά δίκτυα, διαρθρώσεις και σχέδια. [38]

Σ’ ό,τι αφορά εκείνους από μας που πάσχουμε από το σύνδρομο ADD της ελλειμματικής προσοχής ή που στρέφουμε την προσοχή μας μόνο στα πιο κοντινά μας πράγματα κι ονειρευόμαστε να μην έχουμε τίποτε να κάνουμε με κανέναν κρατικό μηχανισμό, οποιοσδήποτε κι αν είναι, ίσως το πρώτο και πρωταρχικό καθήκον μας πρέπει να είναι να εγκαταλείψουμε όλες εκείνες τις εικόνες, που θα μπορούσαν να μοντελοποιήσουν την ιστορία του κομμουνισμού πάνω στη ζωή των ανθρώπων, από τη γέννηση, τη νηπιακή ηλικία, την εφηβεία ως τα γεράματα και τον θάνατο. Όλα αυτά τα σχήματα μπορεί, τελικά, να φαίνονται ότι αποτελούν μια ιστορικοποίηση του κομμουνισμού μέσω της ηλικίας του, αλλά, αντίθετα με μια παρουσίαση των διαδοχικών περιόδων, στην πραγματικότητα, επιβεβαιώνουν την υπονοούμενη υπόθεση ότι ο κομμουνισμός είναι κυρίως ένα περαστικό επεισόδιο μέσα στον καπιταλισμό, ο οποίος, αντίθετα, εμφανίζεται να είναι αθάνατος –ή, μ’ έναν εκχυδαϊσμό του ίδιου επιχειρήματος, να είναι πρασαρμοσμένος στην ανθρώπινη φύση. Όμως, ένας από τους λακωνικότερους ορισμούς του Μαρξ του ιδεολογικού έργου του κομμουνισμού έρχεται από μια παραπομπή στον Ζαν-Ζακ Ρουσσώ στο Για το Εβραϊκό Ζήτημα: “Οποιοσδήποτε τολμά να αναλάβει να εδραιώσει τους λαϊκούς θεσμούς πρέπει να αισθάνεται ο ίδιος ικανός να αλλάξει την ανθρώπινη φύση, σαν αυτή να υπήρχε.” Αυτός ο εγωιστικός ατομικισμός της ανθρώπινης φύσης, η οποία, δυστυχώς, ρίχνει τη σκιά της ακόμη και πάνω στη ρητορική του Λένιν στο φυλλάδιό του ενάντια στον αριστερισμό σαν την παιδική αρρώστια του κομμουνισμού, είναι το πρώτο πράγμα, που χρειάζεται να καταστραφεί σαν μέρος των πρακτικών του κομμουνισμού, ιδωμένου όχι σαν ένα επερχόμενο ιδανικό, αλλά σαν η καταστροφή της τρέχουσας κατάστασης πραγμάτων.

Σημειώσεις

[1] Karl Marx & Friedrich Engels, The German Ideology, επιμ. C. J. Arthur (Νέα Υόρκη: International Publishers, 1991), σελ. 56-57.
[2] Mao Zedong, “Critique of Stalin’s Economic Problems of Socialism in the USSR [1958],” On Practice and Contradiction, εισαγ. Slavoj Zizek (Λονδίνο-Νέα Υόρκη: Verso, 2007), σελ. 118.
[3] Ή επίσης: “Μη ρωτάτε: Τι μπορεί ο Σλάβοϊ Ζίζεκ να κάνει για μένα; Να ρωτάτε: Τι μπορείτε εσείς να κάνετε για τον Σλάβοϊ Ζίζεκ;”
[4] Vladimir I. Lenin.
[5] Daniel και Gabriel Cohn-Bendit.
[6] Badiou, ‘Philosophy and the “death of communism,”’ στο Infinite Thought: Truth and the Return of Philosophy, μετάφρ. και επιμ. Oliver Feltham και Justin Clemens (Λονδίνο: Continuum, 2003), σελ. 126-127. Δείτε επίσης The Century και το “Η Κομμούνα του Παρισιού” για το “εμείς.”
[7] Communists Like Us: New Spaces of Liberty, New Lines of Alliance (Les Nouvelles alliances 1986, μετάφρ. 1990).
[8] Marx, επιστολή προς τον Arnold Ruge, Σεπτέμβρη 1843, δημοσιευμένη στο Deutsch-Französische Jahrbücher. Δείτε επίσης Mao: “Το καθήκον των κομμουνιστών είναι να εκθέσουν τις πλάνες των αντιδραστικών και των μεταφυσικών, να διαδώσουν τη διαλεκτική, που είναι εγγενής στα πράγματα, κι, έτσι, να επιταχύνουν το μετασχηματισμό των πραγμάτων και να επιτύχουν τους σκοπούς της επανάστασης” (σελ. 96). Δείτε επίσης Lenin: “Σ’ οποιαδήποτε περίπτωση, η ρήξη είναι καλύτερη από τη σύγχυση.” Καθώς και Badiou: “Καλύτερα καταστροφή (désastre) παρά ανυπαρξία (désêtre).”
[9] Παραπομπή του ίδιου του Lenin.
[10] Mao, “On Practice [1937],” Selected Works, τομ. 1.
[11] Badiou, Théorie de la contradiction, σελ. 69.
[12] Ibid.
[13] Ibid., σελ. 72.
[14] Ibid., σελ. 53.
[15] Ομάδα Yénan-Philosophie, “Etat de front,” La situation actuelle sur le front philosophique, 12. Επιπρόσθετα με τους Deleuze, Lacan κι Althusser, κι ένας τέταρτος φιλόσοφος –ο Michel Foucault– αναφέρεται σε μια υποσημείωση σαν το θέμα μιας μελλοντικής συζήτησης, αλλά στην πραγματικότητα η πολεμική αυτή ποτέ δεν έγινε. Παρεμπιπτόντως, θα έλεγα, το κενό αυτό μπορεί ακόμη να γίνει αντιληπτό και στην τρέχουσα δουλειά του Badiou, στην οποία κάποιοι αναγνώστες θα ήθελαν να έβλεπαν μια πιο ζωηρή αντιπαράθεση ιδιαίτερα με τα τελευταία σεμινάρια του Foucault στο Collège de France, πάνω στην βιοπολιτική και την ερμηνευτική του υποκειμένου.
[16] Ibid., σελ. 10. Η αναφορά στην αρχιπολιτική προσπάθεια του Nietzsche “να σπάσει την ιστορία του κόσμου στα δυο” προβλέπει μια μελλοντική εκδοχή της ίδιας πολεμικής, στην οποία ο Badiou για μια ακόμη φορά θα απορρίψει τη ριζοσπαστική-αναρχική φιγούρα του ανταγωνισμού, ή του δυο σαν τέτοιο, σαν τμήμα της προβληματικής κληρονομιάς του Nietzsche. Δείτε Badiou, Casser en deux l’histoire du monde? (Paris: Les Conférences du Perroquet, 1992). Συγκρίνετε επίσης με το πρόσφατο βιβλίο της Alenka Zupančič, το οποίο εμπνέεται σε βάθος από τις απόψεις του Badiou, The Shortest Shadow: Nietzsche’s Philosophy of the Two (Cambridge: The MIT Press, 2003).
[17] Louis Althusser, ‘The ‘Piccolo Teatro’: Bertolazzi and Brecht. Notes on a Materialist Theatre’, στο For Marx, μετάφρ. Ben Brewster (Λονδίνο: Verso, 1990), σελ. 139.
[18] Rancière, “La bergère au Goulag,” σελ. 317-318.
[19] Ibid., 319.
[20] Ibid.
[21] Gilles Deleuze, Foucault (París: Minuit, 1986), σελ. 95 και 51.
[22] Badiou, “Le flux et le parti,” La situation actuelle sur le front philosophique, σελ. 25.
[23] André Glucksmann, La cuisinière et le mangeur d’hommes (Paris: Éditions du Seuil, 1975), σελ. 21.
[24] Badiou & Balmès, De l’idéologie, σελ. 52-53.
[25] Badiou, Infinite Thought, σελ. 136-137. Για μια γενική αρχή πολιτικής-κράτους: “Αλλά η πολιτική, στο βαθμό που αποτελεί μια συνθήκη της φιλοσοφίας, είναι μια υποκειμενική διαδικασία της αλήθειας. Δεν είναι ούτε το πρωταρχικό διακύβευμα, ούτε η ενσάρκωση του κράτους” (D’un désastre, σελ. 54) –έτσι μεταφράσθηκε στα Αγγλικά το σχετικό εδάφιο, ενώ η σωστή μετάφραση είναι: “Το κράτος δεν είναι ούτε το πρωταρχικό διακύβευμα, ούτε η ενσάρκωση [της φιλοσοφίας].” “Η ιστορία της πολιτικής, φτιαγμένη από τις αποφάσεις της σκέψης και των διακινδυνευμένων συλλογικών δεσμεύσεων, είναι εντελώς διαφορετική, επαναλαμβάνω, από την ιστορία του κράτους” (σελ. 55, lacanian ink σελ. 86). Δείτε τι ήδη έγραφε ο Badiou στην Θεωρία του Υποκειμένου (TS): “Ο κομμουνισμός, που ποτέ δεν ήταν εγγυημένος από το σοσιαλιστικό κράτος: Κάτω από το πρόσχημα της υπεράσπισης των νόμιμων μηχανισμών και της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας, το κράτος ουσιαστικά αποτελεί το παράνομο ον της κάθε νομιμότητας, της βίας του δικαίου και του νόμου ως μη-νόμου. Από την άλλη μεριά, το θέμα του κομμουνισμού είναι η δικαιοσύνη, λόγω της απαίτησης ότι, κάτω από τις συνθήκες του μαρασμού των τάξεων και του κράτους, ο μη-νόμος θα γίνει ο τελευταίος νόμος της προλεταριακής πολιτικής. Ο κομμουνισμός, ως η μόνη σύγχρονη θεωρία της επανάστασης, υλοποιεί την αγωνιστική υποκειμενικότητα της καθολικής αρχής της δικαιοσύνης, δηλαδή, του μη-νόμου ως νόμου” (TS). “Θα μπορέσετε να ρίξετε λίγο φως στο σημείο αυτό, αν γνωρίζετε ότι αυτό, το οποίο εμείς οι σύγχρονοι Μαρξιστές θέλουμε να τερματίσουμε, είναι το θέμα της εγγύησης του κομμουνισμού από το σοσιαλιστικό κράτος. Το κράτος, ως αιτιατό αποτέλεσμα του αφανισμού των μαζών, εδραιώνει την αλγεβρική προδιάθεση της πολιτικής. Διακηρύσσουμε ότι, σοσιαλιστικό ή μη και παρότι πάντα απαραίτητο για την κατανόηση της δράσης, το κράτος δεν εγγυάται τίποτε ως προς την υποκειμενική υλοποίηση του κομμουνισμού” (TS). “Για να πιστέψει το αντίθετο, πρέπει κανείς να φαντασθεί αυτό το σοσιαλιστικό κράτος σαν μια εξαίρεση, σαν το κράτος σε κατάσταση εξαίρεσης, που είναι από μόνο του ικανό να αναπτύξει τον αλγόριθμο του δικού του μαρασμού, ενώ ο Λένιν ήδη γνώριζε ότι το οποιοδήποτε σύγχρονο κράτος, συμπεριλαμβανομένου και του σοσιαλιστικού, είναι εγγενώς αστικό κι, επομένως, έχει να κάνει, ως προς την κομμουνιστική τοπολογία, με την κατηγορία της δομής και των εμποδίων” (TS).
[26] Badiou, “The Communist Hypothesis,” New Left Review 36. Δείτε επίσης την TS: Σήμερα, θα μπορούσαμε να πούμε, το πρόβλημα δεν είναι πλέον το Κράτος κι η Επανάσταση, αλλά το Κράτος κι ο Κομμουνισμός.” Επίσης στην TS: “Το Λενινιστικό κόμμα είναι η ιστορική απάντηση σ’ ένα πρόβλημα, το οποίο είναι καθολικά εγγεγραμμένο μέσα στην αντίφαση κράτους-επανάστασης. Αντιμετωπίζει τη νικηφόρα καταστροφή. Τι λοιπόν συμβαίνει σ’ αυτό το κόμμα ως προς την αντίφαση κράτους-κομμουνισμού, δηλαδή, σε σχέση με τη διαδικασία, μέσω της οποίας το κράτος –κι οι τάξεις– δεν πρέπει απλώς να καταστραφούν, αλλά να μαραζώσουν και να αφανισθούν, ως αποτέλεσμα της μετάβασης;” Ακόμη στη TS: “Η σφαίρα του Λενινισμού δεν αφήνει κανένα πραγματικό χώρο, όταν πάει στο κόμμα, για το πρόβλημα του κομμουνισμού ως τέτοιου. Η δουλειά της είναι το κράτος, η νίκη του ανταγωνισμού. Η Πολιτιστική Επανάσταση αρχίζει με την εγκαθίδρυση αυτού του μη κατοικήσιμου χώρου. Μας καλεί να ονομάσουμε ‘κόμμα νέου τύπου’ το μετα-Λενινιστικό κόμμα, το κόμμα για τον κομμουνισμό, στη βάση του οποίου μπορούμε να αναπλάσουμε ολόκληρο το πεδίο της Μαρξιστικής πράξης.”
[27] Σχετικά με τις νέες συνθήκες της εργασίας, αυτό μοιάζει με μια υπονοούμενη κριτική του λόγου του Badiou στο “Εργοστάσιο σαν συμβαντικός τόπος” (“L’usine comme site événementiel”): “Πολλοί φιλελεύθεροι ιδεολόγοι έχουν δει στην εξάλειψη αυτή του κλασικού εργάτη ένα επιχείρημα για την υποβάθμιση του ρόλου του εργάτη και παραδόξως ενορχηστρώνουν τις παρεμβάσεις τους με κάποιο ψευτο-αριστερίστικο λόγο, που θέλει τον μαζικό εργάτη των μεγάλων εταιριών να αποτελεί την καθοριστική και την αποκλειστική μορφή της συγκρότησης της εργασίας” (σελ. 109). “Ο σύγχρονος κοινωνικός εργάτης δεν πρέπει να αναζητηθεί μόνο στα μεγάλα εργοστάσια με τους μισθωτούς εργαζόμενους, που έχουν σταθερά συμβόλαια. Βρίσκεται στις επιχειρήσεις των ανάδοχων εργολάβων, στις μικρο-επιχειρήσεις, στην οικιακή εργασία, σε μια σειρά από ασχολίες, που περιστρέφονται γύρω από τη λογική της αποτίμησης της αξίας, όπως την καθορίζουν οι πρώτοι. Βρίσκεται στις κατασκευές, στα ορυχεία, στις μεταφορές. Στα μέσα επικοινωνίας, στα αεροδρόμια, στην παραγωγή των υπηρεσιών. Στα εργαστήρια, όπου ανακαλύπτονται τα νέα προϊόντα, στους σκουπιδότοπους των πόλεων κ.λπ.” (σελ. 109-110).
[28] Jacques Rancière (μαζί με την Danielle Rancière), “La légende des philosophes. Les intellectuels et la traversée du gauchisme,” Les Scènes du peuple, σελ. 307-308. Πρέπει φυσικά να προσθέσω ότι αυτή η καυστική κατανόηση του ρόλου της φιγούρας του πληβείου δεν υποχρέωσε τον ίδιο τον Ρανσιέρ να μην παρουσιάσει το έργο του Gauny σαν το έργο ενός “φιλοσόφου των πληβείων.”
[29] García Linera, σελ. 59-60.
[30] Παρατιθέμενο σελ. 65.
[31] Αλλά για τον Λινέρα, αυτός ακριβώς είναι ο ορισμός του πολιτικού κόμματος κατά τον Μαρξ: “Το κόμμα γίνεται, έτσι, η κινητήρια δύναμη της ιστορικής συγκρότησης των προλεταριακών μαζών σαν το υποκείμενο, το οποίο τις οδηγεί προς τον προορισμό τους δια μέσου της οικοδόμησης των πολλαπλών και μαζικών πρακτικών μορφών, που μπορούν να παραγάγουν μια πραγματικότητα διαφορετική απ’ αυτήν της επικυριαρχίας του κεφαλαίου. Το κόμμα, μ’ αυτήν την έννοια, γίνεται κάποια υλική πράξη των μαζών, ούτε των κλικών, ούτε των πρωτοποριών. Είναι ένα κίνημα πρακτικών δραστηριοτήτων, κι όχι απλώς θεωρητικής διερεύνησης, είναι η ταξική πάλη της ίδιας της εργατικής τάξης, κι όχι ένα πρόγραμμα ή ‘ένα ιδανικό για την υπαγωγή σ’ αυτό της πραγματικότητας’” (σελ. 122).
[32] Alain Badiou, D‘un désastre obscur: Sur la fin de la vérité d‘État (Paris: l‘Aube, 1998).
[33] Marx, επιστολή προς τον Freiligrath, παρατιθέμενη στο Álvaro García Linera, La potencia plebeya: Acción colectiva e identidades indígenas, obreras y populares en Bolivia, επιμ. Pablo Stefanoni (Buenos Aires: Prometeo/CLACSO, 2008), σελ. 82.
[34] García Linera, σελ. 130.
[35] Alain Badiou, Metapolitics, μεταφρ. Jason Barker (London: Verso, 2005), σελ. 74-75.
[36] Engels, “Από τον ουτοπικό σοσιαλισμό στον επιστημονικό σοσιαλισμό.” Ας μην ξεχνάμε ακόμη και τη στροφή του ίδιου του Μαρξ σε σχέση με το κράτος: στη διόρθωση του Κομμουνιστικού Μανιφέστου, μετά την Κομμούνα του Παρισιού. Ο Álvaro García Linera παραπέμπει στον Balibar πάνω σ’ αυτό το ζήτημα, στο έργο του Cinq études du matérialisme historique. Συμπέρασμα: “Δεν υπάρχει λοιπόν καμία δυνατή κοινωνική επαναστατικοποίηση κι επακόλουθη εθνική οικοδόμηση από το παλιό κράτος. Το καθήκον αυτό μπορεί μόνο να έρθει σαν η κίνηση της κοινωνίας για την αυτο-οργάνωσή της, σαν μια δημιουργική και ζωτική ώθηση της κοινωνίας των πολιτών, για να οργανωθεί ως έθνος” (σελ. 50). Δείτε επίσης την αρνητική αποτίμηση της υποκειμενικής διαφθοράς, η οποία υποχρεωτικά έπεται των συμβιβασμών με το κράτος, στις “3 προκλήσεις…”
[37] García Linera, σελ. 231-232, σημ. 277.
[38] García Linera, σελ. 21. “Μια άλλη επιλογή είναι η προαγωγή των σχεδίων (πρότζεκτ) της εθνικής αυτονομίας των ιθαγενών, που θα μπορούσαν να οδηγήσουν στο σχηματισμό νέων κρατών με σύνθεση την πλειοψηφία των ιθαγενών, όπως στην περίπτωση, για παράδειγμα, αυτών που μιλούν τα Aimara, που αποτελούν μια πολιτισμική κοινότητα, στην οποία έχει γίνει η μεγαλύτερη δουλειά εθνικής πολιτικοποίησης κατά τις τελευταίες δεκαετίες, δημιουργώντας ένα εθνικοποιημένο πολιτικό σώμα, πέρα από την παρουσίαση της δυναμικής εθνικής πυκνότητας, για την πραγματοποίηση αυτών των προτάσεων του πολιτικού αυτοπροσδιορισμού” (σελ. 241). “Μια τρίτη επιλογή, απαλλαγμένη των πολιτισμικών τραυμάτων, θα ήταν ο σχεδιασμός μιας νέας κρατικής δομής ικανής να ενσωματώσει μέσα σ’ όλο το θεσμικό πλαίσιο, στην κατανομή των εξουσιών και στην κανονικότητα της πολιτικής, αυτές τις δυο μεγάλες διαστάσεις του κοινωνικού χαρακτήρα της Βολιβίας: την εθνικο-πολιτισμική ποικιλότητα και τον πολιτισμικό πλουραλισμό της συμβολικής τάξης των πραγμάτων και των τεχνικών διαδικασιών της οργάνωσης του συλλογικού κόσμου” (σελ. 242). Δείτε επίσης τη δουλειά του Fausto Reinaga για μια Δημοκρατία των Ινδιάνων: “Πρόκειται για ένα λόγο (discurso), που δεν ζητά από το κράτος το δικαίωμα της πολιτειότητας, αλλά καθιστά σαφές ότι θα πρέπει να είναι οι ίδιοι οι ιθαγενείς αυτοί που θα πρέπει, επειδή το θέλουν, να είναι οι ηγέτες του κράτους. Ένα κράτος, το οποίο, ακριβώς εξ αιτίας της παρουσίας των Ινδιάνων, θα πρέπει να συγκροτηθεί μέσα στο άλλο κράτος και στην άλλη πολιτεία, στο βαθμό που η σύγχρονη κρατική πολιτεία υπήρξε μια δομή εξουσίας, που αναπτύχθηκε με τον αποκλεισμό και την εξόντωση των ιθαγενών” (σελ. 384). “Αυτό που μένει να μάθουμε για την πολυποίκιλη αυτή ανάπτυξη της Ινδιάνικης σκέψης είναι αν θα συνιστά μια σύλληψη του κόσμου, η οποία παίρνει τη μορφή μιας κυρίαρχης σύλληψης του κράτους, ή αν, όπως φαίνονται να υπαινίσσονται οι οργανωτικές αδυναμίες, τα πολιτικά σφάλματα κι οι εσωτερικοί θρυμματισμοί των συλλογικοτήτων, που τη διεκδικούν, θα είναι μια ιδεολογία λίγων πολιτικών δρώντων, οι οποίοι μόνο θα χειρίζονται τις υπερβολές της κρατικής επικυριαρχίας ασκούμενης από τα πολιτικά υποκείμενα και τις τάξεις, που συνήθως κρατούν την εξουσία” (σελ. 391).

New Book on Techno, Rave, Club Culture “Global Nomads Techno and New Age as Transnational Countercultures in Ibiza and Goa By Anthony D’Andrea”

* Κυκλοφόρησε το βιβλίο του φίλου Antony D‘ Andrea με τίτλο Global Nomads Techno and New Age as Transnational Countercultures in Ibiza and Goa περιλαμβάνοντας μια πλούσια θεματολογία για την αντικουλτούρα του rave και μάλιστα με μια αρκετά διεθνική οπτική. Περισσότερα πάνω στην θεματολογία του βιβλίου διαβάστε στο μπλογκ global raver στον σύνδεσμο που δίνω πιο πάνω.

The book of the Antony D’ Andrea who makes the blog Global raver known also as Techno Tony :) )

globalraver
About the Book

Global Nomads provides a unique introduction to the globalization of countercultures, a topic largely unknown in and outside academia. Anthony D’Andrea examines the social life of mobile expatriates who live within a global circuit of countercultural practice in paradoxical paradises.

Based on nomadic fieldwork across Spain and India, the study analyzes how and why these post-metropolitan subjects reject the homeland in order to shape an alternative lifestyle. They become artists, therapists, exotic traders and bohemian workers seeking to integrate labor, mobility and spirituality within a cosmopolitan culture of expressive individualism. These countercultural formations, however, unfold under neo-liberal regimes that appropriate utopian spaces, practices and imaginaries as commodities for tourism, entertainment and media consumption.

In order to understand the paradoxical globalization of countercultures, Global Nomads develops a dialogue between global and critical studies. By introducing the concept of ‘neo-nomadism’, this new theorization overcomes some of the shortcomings in studies of globalization.

This book is an essential reference for researchers and students of Sociology, Anthropology of Globalization, Cultural Studies, as well as Tourism, Lifestyle Migration, Subculture, Rave/Club, and New Age studies

These are just a few of the topics covered:

- Aesthetics of the self: post-sexualities in a digital age
- Counterculture and commodity
- Hippie scenes: autonomy and tourism
- Club scene in Ibiza: underground and industry
- Ethnography of the largest nightclub in the world
- Psytrance scene in Goa
- Nomadic spirituality in psychedelic rituals
- Global Countercultures

You can find Global Nomads at main online booksellers (Amazon, Barnes & Noble, eBay, Borders etc), you can click on the link on the right side of this blog, or you can obtain it directly from Routledge website:
http://www.routledge.com/books/Global-Nomads-isbn9780415553674

Πανούσης: Δεν υπάρχουν καλοί εβραίοι/ Panousis: There are no good Jews

αναδημοσίευση από το http://abravanel.wordpress.com/2009/06/23/panousis/

Εβραίοι – Γουρούνια – Δολοφόνοι κακή σας μέρα, κακό ψόφο να ‘χετε. Η Γάζα να σας τυλίξει σαν σάβανο. Μούμιες να γίνετε ταριχευμένες και να θαφτείτε στα έγκατα των πυραμίδων που φτιάχνετε από τα λεφτά που μαζεύετε. Από αρχαιοτάτων χρόνων, όχι και πολύ να μην το παρακάνουμε, επι Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας οπου εδραιώθηκε το δίκαιο που πατούν οι σεμνοί και ταπεινοί ελβετόψυχοι επιτρέπεται δια νόμου στους εβραίους της εποχής να κάνουν μόνο τρία επαγγέλματα: να είναι σαράφηδες στο δρόμο, να είναι κλόουν και ηθοποιοί στο δρόμο και να μαζεύουν τα σκουπίδια στους δρόμους. Οτι ακριβώς κάνουν και σήμερα… Και εξηγούμαι: ελέγχουν οι εβραίοι όλες τις τράπεζες της αμερικανικής αυτοκρατορίας ελέγχουν όλο το Σόου Μπιζ που είναι σε επιδέξια εβραϊκά χέρια και συνεχίζουν ακάθεκτοι να μαζεύουν όλα του κόσμου τα σκουπίδια έχοντας στην ιδιοκτησία τους τα μουσεία. Τοκογλύφοι, τσιρκολάνοι και σκουπιδιάρηδες μια ζωή, αλλά τα τελευταία χρόνια εξασκούν κι άλλο ένα επικερδές επάγγελμα: Αυτό του επαγγελματία δολοφόνου των παιδιών και γυναικών με μαντίλες. Εχουν κατσικωθεί οι εβραίοι μετά τον πόλεμο στην Παλαιστίνη, σ’ενα μικρό μέρος της στην αρχή αλλά χρόνο με το χρόνο ο Σιωνιστικός μεταστατικός καρκίνος καταβροχθίζει τα πάντα γύρω του και τρέφεται με βομβαρδισμένες σάρκες μικρών παιδιών.

Δε χρειάζεται σε -ονι να τελειώνει, εβραίοι γουρούνια δολοφόνοι.

Καταδικάζουμε την βία από όπου και αν προέρχεται, ε; αυτοί οι συνασπισμένοι πασοκομασωνοι της αριστεράς και της γωνίας μας έχουν αλαλιάσει. Ιδια είναι η βια του πιτσιρικά με την σφενδόνα και του πρεζοναύτη με το μπαζούκας, ίδια είναι η βία των τραπεζών που ξεκληρίζουν οικογένειες που αρπάζουν τα σπίτια με την βία του παιδιού με την μολότωφ που καίει ένα υποκατάστημα ασφαλισμένο ίδια έιναι η βία με τα 26 αυτοσχέδια πυραυλάκια της χαμάς με το πυρηνικό οπλοστάσιο του ισραήλ το Ισραήλ που κάνει λαγό τον Ομπάμα χριστουγεννιάτικα μέχρι να βγάλει ο μαυρούλης την στολή του γκολγ να φορέσει την πανοπλία και να βάλει φωτιά στα περσικά τα χαλιά τα ιπτάμενα

σε λιγο δεν θα φαίνεται χαζή η ερώτηση της ξανθιάς: ιραν η ιράκ. θα ισοπεδωθούν και τα δυο με τεράστιες τρύπες για να παίζουν γκολφ οι ναζί σιωνιστές

Δε χρειάζεται σε -ονι να τελειώνει, εβραίοι γουρούνια δολοφόνοι.

Εβραίοι – Γουρούνια – Δολοφόνοι. Εγώ θα το λέω κι ας ενοχλούνται οι Δωσίλογοι της Αριστεράς και οι κωλόγριες του Πολιτικού Ορθολογισμού ότι υπάρχουν και καλοί Εβραίοι, υπάρχουν και καλοί αστυνομικοί κι ότι δεν είναι σωστό να τους βάλουμε στο ίδιο τσουβάλι όλους. Καλή μου κυρία,όταν έχω τον μπάτσο απέναντι και με ψεκάζει με ληγμένο εβραϊκό χυμό – Jewish juice που λέμε – θα ρωτίξω τι ζώδιο είναι και να μου δείξει την φτωχή φορολογική του δήλωση, πριν του εκσφενδονίσω την αμυντική μου μπουκάλα;

Τελειώνουν και οι παλαιστίνιοι σιγά σιγά στην γάζα αλλά ότι και να κάνουνε οι αμερικανοεβραίοι μιλιταριστές είναι καταδικασμένοι γιατί οι εβραϊκές οικογένειες κάνουν 1 με δυο παιδιά ενώ οι μουσουλμάνοι οκτώ με δώδεκα.
Ναζίσιωνιστές θα πεθάνουν αγάμητοι «γελια» φιδάκια

Τζίμυ Πανούσης – Δούρειος Ηχος της 5/1/2008

Αυτό είναι το κείμενο της εκπομπής του Τζίμη Πανούση, που μεταδίδεται καθημερινά από τον ραδιοφωνικό σταθμό City 99,5 ιδιοκτησίας Θεόδωρου και Γιάννας Αγγελόπουλου, (όχι κάποιο περιθωριακό σταθμό) και το οποίο μπορείτε να ακούσετε οι ίδιοι εδώ. Σημειωτέον η ανάρτηση αυτή αφορά μόνο την 5 Ιανουαρίου γιατί πιθανόν να συνέχισε και άλλες μέρες όπως υποθέτω από τα σχόλια εδώ.

Σπάνια έχω την ευκαιρία να έχω μπροστά μου έναν άνθρωπο που θεωρείται προοδευτικός και εναντίον του ρατσισμού, κατά δική του ομολογία, να μιλάει με τόσους ξεκάθαρους όρους για το τι πιστεύει για τους εβραίους. Μπορεί οι όροι που χρησιμοποίησε να ήταν λίγο μη καθωσπρέπει αλλά, διάολε , αυτό είναι που εκτιμούμε όλοι στον Τζίμη Πανούση. Ο Τζίμης Πανούσης αυτή την φορά εξέφρασε το συναίσθημα πολλών ελλήνων, αριστερών και δεξιών – ορθόδοξων και άθεων, για το τι είμαι εγώ και οι εβραίοι γενικότερα: διαχρονικά τοκογλύφοι, με πάθος για τα πολιτισμικά σκουπίδια, ελέγχουμε την σοου μπίζ, ζάπλουτοι με πυραμίδες χρημάτων ελέγχοντας τις τράπεζες και οτι στην πραγματικότητα όλοι οι εβραίοι είμαστε το ίδιο σατανικοί και δολοφόνοι, μετενσάρκωση των ναζί. Στο τέλος κάνει μια ευχή ώστε να εκλείψει, με ειρηνικό τρόπο οφείλω να ομολογήσω, η φάρα των ιουδαίων φονιάδων. Και όλα αυτά δεν χρειάστηκε ο σιωνισμός αλλά αποτελούν διαχρονικό χαρακτήρα του εβραϊκού λαού από αρχαιοτάτων χρόνων.

Άλλωστε μην ξεχνάμε οτι το σύνθημα της εκπομπής “Εβραίοι Γουρούνια Δολοφόνοι” δεν είναι εφεύρεση του Τζίμη Πανούση αλλά έχει προλάβει να κατοχυρωθεί από την ακροδεξιά Χρυσή Αυγή και το ακροαριστερό ΝΑΡ. Είναι σπάνια η εθνική ομοψυχία που μας επιτρέπει να βρίσκουμε το ίδιο σύνθημα τόσο στην Δεξιά, όσο και στην Αριστερά. Ο Τζίμης Πανούσης μας ενώνει όλους !

ΥΓ. Εγραψαν: Κώστας Κατσουλάρης, περιούσιος, Νίκος Δήμου, η εφημερίδα Στόχος και ο JustAnotherOneGoneOff σε άσχετο χρόνο. Bonus track: Συνέντευξη της κόρης του Μίκη Θεοδωράκη το 2006 στην οποία οι εβραίοι έλληνες είναι “πλουτοκράτες” (!) και ο Πανούσης αξιοθαύμαστος – αν μη τι άλλο υπάρχει ιδεολογική ομοιογένεια στο χώρο. Το παρόν κείμενο είχε γραφεί στο παρελθόν και δεν είχα σκοπό να το δημοσιεύσω αλλά το κλείσιμο του Ελεύθερου Τύπου μου επιτρέπει να το κάνω χωρίς κραυγές περί οτι με το μακρύ σιωνιστικό χέρι μου βλάπτω την ελευθερία του λόγου στην Ελλάδα.

english

Jews – Pigs – Murderers may you have a bad day and rot and die. May Gaza cover you in a shroud. May you become embalmed mummies and bury yourselves in the depths of the money pyramids you create. From ancient times … it was allowed for Jews to have only three professions: to be shroffs in the street, to be clowns and actors in the streets and collect garbage in the streets. All the same today… And I explain myself: Jews control all the banks in the american empire, control all of the Show Biz which is in able jewish hands and continue collecting all kind of garbage and owning all garbage like the museums. Loan sharks, circus performers and garbage collectors they have been for all their lives but lately they have gained a new profitable profession: that of murderers of children and women with chadors.

The Zionist metastatic cancer gobbles everything around it and feeds itself on flesh of bombed children.

It doesn’t have to rhyme: Jews – Pigs – Murderers.

The same thing is the violence of 26 self designed meager rockets with the atomic arsenal of Israel…

…both (Iraq and Iran) shall be razed to the ground so that the nazi zionists can play golf…

It doesn’t have to rhyme, Jews – Pigs – Murderers. I am going to say it even though the collaborators of the Left and the old farts of politically correctness claim that there are also good jews … and it isn’t right to put them all in the same sack.

The palestinians are being finished in Gaza but whatever the american jewish militarists may be doing, they are doomed because jewish families make only 1-2 children while muslims make 8-12. Nazi zionists you will die never getting fucked.

Tzimis Panousis – Trojan Sound, Jan 5th 2008

This is the transcription of the salient points of the radio show of Jimmy Panousis, a daily broadcast in City 99,5FM, owned by Theodore and Yiannna Angelopoulos, (ie a mainstream radio), which you can hear yourselves here. It concerns only the January 5th show but I presume from other posts that it was not the only one.

It is not often that I have the chance to hear a person which is considered progressive and anti-racist, (by his own proclamation), to talk in such crystal clear terms on what he believes on the Jews. His terms may have been a bit coloured but, damn it!, this is what we like about Panousis, (he has a long history of controversy with the Greek Church and he enjoys a wide popularity over his songs with bold, anarchic lyrics). Jimmy Panousis expressed the feelings of many Greeks, both on the Left and the Right – Christians and Atheists, on what me and all of the Jews really are: loan sharks, passionate on cultural garbage, controlling the show biz, filthy rich and standing on pyramids of money in the banks we control; satanic murderers, a reincarnation of the nazis. In the end he wishes for the breed of hebrew murderers to extinguish, in a peaceful manner I must admit. And for all of this there was no need for Zionism but it has been the timeless historical character of the Jewish people.

Let’s not forget that the slogan of the show: “Jews – Pigs – Murderers” is not an invention of Jimmy Panousis but neonazi Chrissi Avghi and far-Left NAR were the first ones to use it. It is not often that one can find the same harmony of opinions in the Left and Right. Jimmy Panousis unites us all!